Ο Λακάν και η Φυσική

(…) Αν ο Kepler μας εκτίναξε έξω από τους παλαιούς, κοπερνίκειους τρόπους σκέψης εισάγοντας την έλλειψη, ο Νεύτωνας μας πήγε ακόμα παραπέρα, εισάγοντας ένα είδος γραφής: F=Gm1m2/r2. Aυτο σύμφωνα με τον Lacan «είναι που μας αποσχίζει από τη φαντασιακή λειτουργία».

Έναν δρόμο πέρα από τη φαντασίωση αποτελεί η αναγωγή στα γράμματα. Πράγματι, στο Σεμινάριο xx, ο Lacan ισχυρίζεται ότι «τίποτα δεν φαίνεται να στοιχειοθετεί καλύτερα τον ορίζοντα του ψυχαναλυτικού λόγου από τη χρήση του γράμματος που κάνουν τα μαθηματικά» . Ας σημειωθεί ότι ακόμα και στη φυσική, στην οποία για παράδειγμα, το m συμβολίζει τη μάζα, πολλά από τα γράμματα δεν διαθέτουν εκείνα τα είδη νοήματος που έχουν στα μαθηματικά. Σε μαθηματικούς όπως ο Bertrand Russel αποδίδεται ο ισχυρισμός ότι τα γράμματα που χρησιμοποιούν δεν έχουν κανένα νόημα και το να στερείται κάτι νοήματος σημαίνει ότι στερείται φαντασιακού. Όπως το θέτει ο Lacan, «το νόημα είναι φαντασιακό».

Παρόλο που ο Lacan τελικά συνάγει το συμπέρασμα ότι το «ψυχαναλυτικό πράγμα δεν είναι μαθηματικό», αφιερώνει πολλά χρόνια στην προσπάθεια να προτείνει σύμβολα – στα οποία αναφέρεται ως μαθήμια (mathemes) – με τα οποία θα συνοψίσει και θα τυποποιήσει την ψυχαναλυτική θεωρία: \$, \, a, \, ia, \, A, (\$ \lozenge a), (\$ \lozenge D) κ.ο.κ. Εν μέρει πρόκειται για μια προσπάθεια διατύπωσης ορισμένων δομών με έναν τρόπο τόσο αυστηρό όσο η ανάλυση προς το παρόν επιτρέπει. Τα σύμβολα που εισάγει δεν έχουν καμία σχέση με τη μέτρηση και κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν επιδέχονται αντικατάσταση από νούμερα, όπως συμβαίνει στην εξίσωση του Νεύτωνα για τη δύναμη της βαρύτητας. Και όμως, όταν είναι εξοικειωμένος κανείς με τα πολλαπλά νοήματά τους, φαίνεται να συνοψίζουν έναν σημαντικό όγκο θεωρητικής επεξεργασίας σε πολύ συμπυκνωμένη μορφή. Ο στόχος του Lacan εδώ δεν φαίνεται να είναι η μαθηματικοποίηση της ψυχανάλυσης, αλλά η τυποποίηση. Η τυποποίηση, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο του λακανικού έργου φαίνεται να διανοίγει έναν εφικτό δρόμο κίνησης προς την επιστημονικότητα και αυτό είναι το πιο σημαντικό στην επιστήμη για τον Lacan, πολύ πιο σημαντικό από τη μέτρηση.

Στη φυσική, η τυποποίηση επέτρεψε τους θεωρητικούς ένα ανεξάρτητο πεδίο προβληματισμού: μπορούσε να παίξει κανείς με τις ίδιες τις φόρμυλες και να επξεργαστεί όλες τις αλληλοσχετίσεις τους, χωρίς να έχει την πραγματική ιδέα για το νόημα ή τη συνεπαγωγή των νέων συνθέσεων. Εμφανίστηκε έτσι η δυνατότητα διατύπωσης ορισμένων υποθέσεων όχι επιδή είχαν κάποιο είδος ενορατικού νοήματος, αλλά και μόνο επειδή απλοποιούσαν τις εξισώσεις. οι υποθέσεις αυτές έγιναν κατόπιν ελέγξιμες μέσω του πειραματισμού. Ωστόσο, η ίδια η τυποποίηση δημιούργησε τις προϋποθέσεις για νέες σπουδαίες ανακαλύψεις και έδωσε στους φυσικούς τη βάση για μια μη-ενορατική προσέγγιση του πεδίου τους, που δεν θεμελιώνεται στην εικόνα και δεν είναι φαντασιακή.

Πράγματι, η νεώτερη φυσική απομακρύνθηκε σε τέτοιον βαθμό από κάθε ενορατική κατανόηση των φαινομένων που υποτίθεται πως τελούσαν υπό διερεύνηση, ώστε αντί να σχεδιάζει νέες προόδους στη θεωρία για την επεξήγηση ή την περιγραφή τους, σφιέρωνε συχνά χρόνο στον προβληματισμό για εκείνα τα φαινόμενα που,ενώ δεν είχαν παρατηρηθεί ποτέ στο παρελθόν, θα μπορούσαν να επιβεβαιώνουν τις θεωρίες. Δίνοντας ένα παράδειγμα από την περιορισμένη γνώση μου αναφορικά με την εξέλιξη της φυσικής, ποτέ δεν είχε παρατηρηθεί ότι ο ήλιος στρεβλώνει το φως που έρχεται σε εμάς από την Αφροδίτη, μέχρι που η νεώτερη φυσική πρότεινε την υλική φύση των φωτονίων και τη έλξη της βαρύτητας που ασκεί ο ήλιος σε αυτά. Αν δεν κάνω λάθος, υπάρχουν ακόμα πτυχές των θεωριών του Einstein που μένει ακόμη να ελεγχθούν.

Προφανώς, δεν υφίσταται κάποια προοπτική για τέτοιου είδους τυποποίηση της ψυχανάλυσης που θα επέτρεπε μια ανεξάρτητη βάση θεωρητικής επεξεργασίας, όπως η παραπάνω. Εντούτοις, ο Lacan την τοποθετεί στον ορίζοντα μιας μορφής ψυχανάλυσης που θα επιθυμούσε να καταστεί επιστημονική. Ωστόσο, με δυσκολία θα μπορούσε να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο θα λειτουργούσε ανεξάρτητα μια τέτοια τυποποίηση, αν δεν περιείχε ταυτόχρονα και τη μαθηματικοποίηση. Φαίνεται, όμως, πως ο Lacan σκέφτεται ότι η θεωρία συνόλων προσφέρει ένα μοντέλο τυποποίησης χωρίς μαθηματικοποίηση, με τη θεωρία συνόλων να συνιστά ένα είδος λογικής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργήσει πολλές διαφορετικές περιοχές μαθηματικών.

Ένα από τα παράδοξα που χαρακτηρίζουν πεδία όπως η ψυχανάλυση είναι ότι –σε αντιδιαστολή προς ένα πεδίο, όπως η φυσική, στο οποίο οι επιστήμονες δεν χρειάζεται ποτέ να διαβάσουν τα πρωτότυπα κείμενα που έχουν γραφτεί από τους Νεύτωνα, Maxwell, Lorenz ή Einstein, μαθαίνοντας ό,τι χρειάζεται προκειμένου να «κάνουν» ή «να ασκήσουν» τη φυσική από την ανάγνωση εγχειριδίων ή απλώς παρακολουθώντας μαθήματα– τα κείμενα του Freud στην ψυχανάλυση παραμένουν ένα ανυπέρβλητο, απαραίτητο ανάγνωσμα (τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε!). Δεν θα ήταν εξάλλου δυνατόν το ύστερο έργο στο πεδίο αυτό να συμπεριλάβει με κάποιο τρόπο όλες τις προτάσεις του Freud, ώστε αυτές να περιέλθουν στη μορφή μιας σειράς τύπων που θα μπορούσε οποιοσδήποτε να μάθει και να χρησιμοποιήσει.

Στο έργο του Lacan διακρίνουμε μια διττή προσέγγιση: από τη μια, την προσπάθειά του να ανάγει το δικό του έργο και το έργο του Freud σε μαθήμια –πράγματι, κατ’ ειρωνικό τρόπο, ισχυρίζεται σε κάποιο σημείο ότι έχει αναγάγει το σύνολο της ψυχανάλυσης σε θεωρία συνόλων– και από την άλλη, ένα είδος, ούτως ειπείν, «φετιχοποίησης» του κειμένου. Από τη μια, ο Lacan υιοθετεί μια εξόχως λεπτομερή προσέγγιση στην κυριολεκτική ανάγνωση των φροϋδικών και άλλων κειμένων (για παράδειγμα του έργου του Poe Το κλεμμένο γράμμα, κάτι που προκάλεσε το τεράστιο ενδιαφέρον των ανθρωπιστικών επιστημών και ιδιαιτέρως της λογοτεχνικής κριτικής και, από την άλλη, αναπτύσσει ένα είδος γραφής που επιδιώκει να επιδράσει στον αναγνώστη με τρόπους που δεν συνεπάγονται παρά την άμεση μετάδοση τύπων και εξισώσεων με μαθηματική ακρίβεια.

Στην ίδια τη γραφή του Lacan παρατηρούμε μια έκρηξη πολυσημίας, διττής σημασίας, τριπλής σημασίας, διφορούμενων, επικλήσεων, αινιγμάτων και λογοπαιγνίων. Τα κείμενα και οι διαλέξεις του δημιουργούν την εντύπωση ότι είναι σχεδιασμένα για να μας εισάγουν σε εκείνη ακριβώς την εργασία που απαιτεί η ίδια η ανάλυση: διυλίζοντας στρώματα νοήματος και αποκωδικοποιώντας κείμενα σαν να αποτελούσαν εκτεταμένες σειρές ολισθημάτων της γλώσσας. Κάποια στιγμή ισχυρίζεται ότι το γραπτό ύφος του είναι σκόπιμα σχεδιασμένο, ώστε να συμβάλει στην εκπαίδευση των αναλυτών. «Το σύνολο της ρητορικής μου επιδιώκει να συμβάλει στην επίδραση της εκπαίδευσης». Αναμφίβολα, υπερβαίνει αυτόν τον στόχο. Η γραφή του μας επηρεάζει και σε ορισμένες περιπτώσεις μας προκαλεί ακόμα και σύγχυση. «Μας προκαλεί φαγούρα˙ μας κάνει να τρωγόμαστε». Περιέρχεται κάτω από το δέρμα μας και μας τσιγκλάει όλο και περισσότερο, ώστε να συνειδητοποιήσουμε εντέλει πόσο πολύ απέχουμε από την κατανόηση όχι του όλου της ψυχανάλυσης, αλλά ακόμα και του όλου οποιασδήποτε μοναδικής σελίδας σε οποιοδήποτε βιβλίο του Lacan.

Μιλώντας και πάλι για το όλον, ο Ε. Ο. Wilson, ο πολύ γνωστός καθηγητής Βιολογίας στο Harvard, δημοσίευσε πρόσφατα ένα βιβλίο με τίτλο Σύγκλιση. Η ενότητα της γνώσης, στο οποίο εμφανώς προτείνει ότι η επιστήμη, χρησιμοποιώντας μεθόδους που έχουν αναπτυχθεί στις φυσικές επιστήμες, θα είναι εντέλει σε θέση να εξηγήσει τα πάντα: ψυχολογία, λογοτεχνία, τέχνες, ιστορία, κοινωνιολογία, θρησκεία -όλο το πακέτο. Έχουν αφήσει, λοιπόν, οι επιστήμονες πίσω τους την φαντασίωση του όλου; Ούτε στην καλύτερη των περιπτώσεων!

απόσπασμα από το άρθρο του Bruce Fink: «Γνώση και επιστήμη: Φαντασιώσεις του όλου». Πηγή: «Ο Lacan και η επιστήμη», Jason Glynos και Γιάννης Σταυρακάκης, εκδόσεις ροπή



Κατηγορίες:ΦΥΣΙΚΗ, ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ετικέτες: , ,

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.