Σε μια προφητική ενέργεια, το 1985, η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) διερεύνησε το ενδεχόμενο πυρηνικού ατυχήματος στα Βαλκάνια , το οποίο θα είχε επίκεντρο την πυρηνική μονάδα του Κοζλοντούι, που βρίσκεται σε απόσταση 100 χιλιόμετρα από τα ελληνικά σύνορα. Οι επιστήμονες της ΕΕΑΕ μελέτησαν τις πιθανές επιπτώσεις ενός ατυχήματος μεγάλης κλίμακας, εκπονώντας τρία διαφορετικά σενάρια αναφορικά με την υγεία του πληθυσμού και την οικονομία της Ελλάδας. Η έκθεση της ΕΕΑΕ (Transformational consequences to the population of Greece of large-scale nuclear accident: A preliminary assessment J. Kollas, N. Catsaros, GAEC, 1985) εκτιμούσε ότι ένα τέτοιο ατύχημα θα είχε μη αμελητέες επιπτώσεις στη Βόρεια Ελλάδα που θα διαρκούσαν είκοσι ως σαράντα χρόνια, ενώ το οικονομικό κόστος θα ήταν αισθητό. Γι’ αυτόν τον λόγο, η μελέτη πρότεινε στην κυβέρνηση να έρθει σε επαφή με τη Σόφια και να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμού για την περίπτωση ενός απρόβλεπτου περιστατικού στο Κοζλοντούι. Αν διασφαλιζόταν μια άμεση ανταπόκριση σε ένα τέτοιο περιστατικό, θα μπορούσαν να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών που θα βρίσκονταν στην πορεία ενός ραδιενεργού νέφους, αν για παράδειγμα τους ζητείτο να παραμείνουν στα σπίτια τους για λίγες ώρες.
Tελικά το πυρηνικό ατύχημα θα γινόταν πραγματικότητα, έναν χρόνο μετά, όχι στο Κοζλοντούι, αλλά στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας, σε απόσταση 1200 χιλιόμετρα από τα ελληνικά σύνορα.
Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται ακριβώς 40 χρόνια από την 26η Απριλίου 1986, όταν έγινε η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4 του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ. Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες μετά, η απάντηση στο πόσο πραγματικά επηρέασε την χώρα μας το ραδιενεργό νέφος είναι πολυεπίπεδη: οι κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες ήταν πολύ πιο έντονες από τις καθαυτό βιολογικές.
Ο αντιδραστήρας Νο4 του Τσερνόμπιλ, τύπου RBMK (αντιδραστήρας καναλιών υψηλής ισχύος, ζέοντος ύδατος και επιβραδυνόμενος με γραφίτη), βρισκόταν σε διαδικασία προγραμματισμένης συντήρησης και διεξαγωγής μιας δοκιμής ασφαλείας. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, η ισχύς του έπεσε σε ασταθή επίπεδα (περίπου 200 MW). Λόγω ανθρώπινων χειριστικών λαθών σε συνδυασμό με σχεδιαστικές ατέλειες, τα συστήματα ψύξης έκτακτης ανάγκης είχαν απενεργοποιηθεί σκόπιμα. Ξαφνικά, η ισχύς του αντιδραστήρα αυξήθηκε απότομα και ανεξέλεγκτα. Η τεράστια παραγωγή θερμότητας οδήγησε στην ακαριαία εξάτμιση του νερού ψύξης, προκαλώντας μια τεράστια έκρηξη ατμού, η οποία ανατίναξε το βάρους 1.000 τόνων κάλυμμα της οροφής του αντιδραστήρα. Αμέσως μετά, ο υπέρθερμος ατμός αντέδρασε χημικά με το περίβλημα ζιρκονίου των ράβδων καυσίμου, παράγοντας υδρογόνο, το οποίο προκάλεσε και δεύτερη μεγάλη έκρηξη. Με τον πυρήνα πλέον εκτεθειμένο στην ατμόσφαιρα, ο γραφίτης άρχισε να καίγεται. Η πυρκαγιά κράτησε μέρες και επιχειρήθηκε να σβηστεί με ρίψεις τεράστιων ποσοτήτων άμμου, αργίλου, βορίου και μολύβδου από ελικόπτερα. Στα έγκατα του αντιδραστήρα, το πυρηνικό καύσιμο έλιωσε και δημιουργήθηκε ένα ραδιενεργό μάγμα (corium) που διαπέρασε το δάπεδο κάτω από τον πυρήνα. Για την προστασία του πληθυσμού, εκκενώθηκε σταδιακά μια ζώνη αποκλεισμού 30 χιλιομέτρων γύρω από τον σταθμό. Η ραδιενέργεια που εκλύθηκε υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 400 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα. Το ισχυρό θερμικό ρεύμα από την πυρκαγιά οδήγησε το νέφος των ραδιενεργών ισοτόπων σε μεγάλα ύψη. Οι ατμοσφαιρικές συνθήκες το διασκόρπισαν σχεδόν σε όλη τη βόρεια Ευρώπη, φτάνοντας σταδιακά και σε αρκετές χώρες της νότιας.
Το ατύχημα κρατήθηκε αρχικά μυστικό από τη Σοβιετική Ένωση. Έγινε αντιληπτό στην Δύση στις 28 Απριλίου (Μεγάλη Τρίτη στην Ελλάδα), όταν το πυρηνικό εργοστάσιο Φόρσμαρκ στη Σουηδία και η σουηδική επιτροπή ατομικής ενέργειας κατέγραψαν ανεξήγητα υψηλές μετρήσεις ραδιενέργειας. Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι μια τεράστια πυρηνική καταστροφή είχε συμβεί στην ΕΣΣΔ, η οποία υπό το βάρος των αποδείξεων υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε επίσημες ανακοινώσεις.
Το ραδιενεργό νέφος έφτασε στον ελλαδικό χώρο τις πρώτες ημέρες του Μαΐου του 1986. Η ΕΕΑΕ είχε αρχίσει να καταγράφει ραδιενέργεια τη Μεγάλη Παρασκευή 2 Μαίου, ενώ την επομένη το ραδιενεργό νέφος έφτασε στην Αθήνα και οι ανιχνευτές στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» κατέγραψαν τα μέγιστα επίπεδα ραδιενέργειας. Η κρατική ενημέρωση ήταν αρχικά καθησυχαστική έως ανύπαρκτη, γεγονός που, όταν άρχισαν να διαρρέουν οι πραγματικές διαστάσεις του ατυχήματος, οδήγησε σε ανεξέλεγκτο πανικό.
Οι πολίτες άδειασαν τα σούπερ μάρκετ από γάλατα εβαπορέ, μακαρόνια, κονσέρβες και εμφιαλωμένα νερά. Τεράστιες ποσότητες φρέσκων λαχανικών, φρούτων και ντόπιου κρέατος καταστράφηκαν, οδηγώντας σε σοβαρό οικονομικό πλήγμα τον αγροτικό τομέα. Eπιπλέον χρειάστηκε να εξοικειωθούν με τους έως τότε άγνωστους όρους όπως τα μιλιρέμ και τα μπεκερέλ. Στις 11 Μαίου τα όργανα της ΕΕΑΕ κατέγραψαν απότομη αύξηση κατά 30% των τιμών ραδιενέργειας στο έδαφος, λόγω της βροχής που ξέπλυνε την ατμόσφαιρα, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τα ευαίσθητα τρόφιμα.
Ο «Δημόκριτος» υποχρεώθηκε να διαψεύσει κατηγορηματικά ότι υπήρχε πρόβλημα στο νερό, ενώ στις εφημερίδες άρχισαν να κυκλοφορούν «οδηγοί επιβίωσης» από πυρηνικό ατύχημα. Την επομένη προγραμματίστηκε μηχανοκίνητη αντι-πυρηνική πορεία αναρχικών που απαγορεύθηκε από την αστυνομία. Όμως, περίπου τριάντα μηχανές έσπασαν το μπλόκο και διέσχισαν την οδό Πανεπιστημίου, με τους αναβάτες να κρατούν αγγουράκια και να φωνάζουν το σύνθημα: «Έξω οι βάσεις και τα πυρηνικά, ζήτω τα αγγούρια και τα λαχανικά». Ακολούθησαν συγκρούσεις με την αστυνομία, συλλήψεις και επεισόδια στα Εξάρχεια μεταξύ διαδηλωτών και ΜΑΤ.
Φυσική ραδιενέργεια και Τσερνόμπιλ: Οι πραγματικοί αριθμοί
Μια ερευνητική ομάδα στο ΕΜΠ, με επικεφαλής τον αείμνηστο καθηγητή Σίμο Σιμόπουλο, είχε ξεκινήσει μια τιτάνια προσπάθεια χαρτογράφησης της χώρας, να βρει δηλαδή σε ποιες περιοχές της Ελλάδος έχει πέσει ραδιενεργό υλικό από το Τσερνόμπιλ. Πήγε σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και μέτρησε δείγματα εδάφους. Πήρε 1.500 δείγματα, τα οποία έφτασαν στο εργαστήριο. Από τον Σεπτέμβριο του 1986 υπήρχε μια αποτύπωση της ραδιενέργειας στην χώρα. Δεδομένα της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας δείχνουν ότι σχεδόν το 1% της Ελλάδας, 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ρυπάνθηκαν από τη ραδιενέργεια του Τσερνόμπιλ. Συμφωνα με τον διευθυντή του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας του Νικόλαο Πετρόπουλο, αυτό ακούγεται τρομακτικό, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Με βάση τον χάρτη των μετρήσεων, στην περιοχή των Αθηνών, όπου δημιουργήθηκε ο μεγαλύτερος πανικός, είναι το κίτρινο χρώμα, δηλαδή πολύ χαμηλό επίπεδο ραδιενέργειας. Υπάρχουν οι περιοχές της Καρδίτσας και της Νάουσας, οι οποίες είναι κόκκινες. Κόκκινες δεν σημαίνει επικίνδυνο, σημαίνει ‘περισσότερο’. Λοιπόν, και σήμερα αν πάμε σε αυτές τις περιοχές, αλλά και στην Αθήνα αν πάμε, θα βρούμε ίχνη». Η φυσική ραδιενέργεια που έχει το περιβάλλον μας κάθε χρόνο μάς δίνει, ας πούμε, τέσσερις μονάδες. Στα 50 χρόνια κάποιος θα πάρει 200 μονάδες. Ας υποθέσουμε τώρα ότι κάποιος ζει στην Καρδίτσα ή στη Νάουσα, στο ‘χειρότερο’ σημείο. Τρώει από εκεί, μένει εκεί, τα κάνει όλα από εκεί –που είναι το υπερβολικό σενάριο. Πόσες μονάδες θα πάρει στα 50 χρόνια από το Τσερνόμπιλ; Δέκα. Καμία διαφορά επομένως από τη φυσική ραδιενέργεια. Απλώς υπάρχουν αυτές οι δημοσιεύσεις που λένε ‘εκεί έχει περισσότερο’ και ο κόσμος νομίζει πως είναι καταστροφή. Δεν υπάρχει καμία καταστροφή.
Μελέτες έδειξαν μια ελαφρά, στατιστικά οριακή αύξηση στα ποσοστά παιδικής λευχαιμίας και καρκίνου του θυρεοειδούς στα χρόνια που ακολούθησαν, κυρίως σε περιοχές που δέχτηκαν μεγαλύτερη ραδιενεργό πτώση. Ωστόσο, η συσχέτιση είναι δύσκολο να απομονωθεί αποκλειστικά στο Τσερνόμπιλ, καθώς βελτιώθηκαν ταυτόχρονα και οι μέθοδοι διάγνωσης. Η μέση πρόσθετη δόση ακτινοβολίας που δέχθηκε ο μέσος Έλληνας την πρώτη χρονιά μετά το ατύχημα ήταν συγκρίσιμη με τη φυσική ακτινοβολία που δεχόμαστε από το περιβάλλον σε διάστημα ενός ή δύο ετών. Η Ελλάδα δεν επλήγη ομοιόμορφα. Η εναπόθεση των ραδιενεργών ισοτόπων (κυρίως Ιώδιο-131 και Καίσιο-137) εξαρτήθηκε απόλυτα από το πού έβρεχε την ώρα που το νέφος περνούσε πάνω από τη χώρα. Η βόρεια Ελλάδα, η Θεσσαλία, τμήματα της Στερεάς Ελλάδας και η Εύβοια δέχθηκαν το μεγαλύτερο φορτίο λόγω τοπικών βροχοπτώσεων τις επίμαχες ημέρες. Η Πελοπόννησος, η Κρήτη και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου είχαν ελάχιστη έως μηδαμινή επιβάρυνση.
Σήμερα, από ραδιολογική άποψη, το Τσερνόμπιλ αποτελεί παρελθόν για την Ελλάδα. Το Ιώδιο-131, που ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για τον θυρεοειδή τις πρώτες εβδομάδες, εξαφανίστηκε εντελώς σε λίγους μήνες λόγω του μικρού χρόνου ημιζωής του (8 ημέρες). Το Καίσιο-137 που μόλυνε το έδαφος, έχει χρόνο ημιζωής περίπου 30 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι 40 χρόνια μετά, η ποσότητά του στο ελληνικό έδαφος έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό λόγω φυσικής διάσπασης, ενώ η σταδιακή του βύθιση στα βαθύτερα στρώματα του εδάφους σημαίνει ότι δεν απορροφάται πλέον από τα επιφανειακά φυτά. Οι μετρήσεις σήμερα στα ελληνικά τρόφιμα και στο έδαφος δείχνουν επίπεδα απολύτως φυσιολογικά και ασφαλή.
Σύμφωνα με τις επιστημονικές μελέτες των τελευταίων 40 ετών, η πραγματική επιβάρυνση της υγείας των Ελλήνων από τη ραδιενέργεια ήταν μικρή, αλλά υπήρξε μια τεράστια, έμμεση τραγωδία. Η πιο τραγική συνέπεια του Τσερνόμπιλ στην Ελλάδα δεν προήλθε από τη ραδιενέργεια, αλλά από τον φόβο. Εκτιμάται ότι έγιναν 2.500 έως 3.000 απολύτως αδικαιολόγητες εκτρώσεις από έγκυες γυναίκες (και συχνά με την παρότρυνση ιατρών) που πανικοβλήθηκαν υπό τον φόβο τερατογενέσεων. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, τα επίπεδα ακτινοβολίας στην Ελλάδα ήταν αδύνατον να προκαλέσουν τέτοιες βλάβες στα έμβρυα.
Μπορεί να ξανασυμβεί σήμερα ένα «Τσερνόμπιλ»; Ο Νικόλαος Πετρόπουλος, είναι κατηγορηματικός: «Σήμερα όχι. Η πυρηνική τεχνολογία εξελίσσεται και γίνεται συνεχώς ασφαλέστερη». Εξηγεί μάλιστα πως η ειδοποιός διαφορά βρίσκεται στα υλικά κατασκευής. «Το κύριο συστατικό αυτού του ατυχήματος ήταν η πυρκαγιά. Ο αντιδραστήρας εκείνος είχε γραφίτη μέσα. Ο γραφίτης, άμα πάρει φωτιά, μετά δεν σβήνει. Αυτή η φωτιά δημιούργησε ένα νέφος που ανέβηκε σε πολύ μεγάλο υψόμετρο και κινήθηκε σε όλη την Ευρώπη. Σήμερα, όλοι οι αντιδραστήρες που συζητάμε δεν έχουν εύφλεκτα υλικά. Θα έχουν μόνο νερό. Λειτουργούν δηλαδή ως ‘κατσαρόλι’. Αν κάτι πάει λάθος, θα κάνει ένα ‘μπλουφ’ και θα μείνει εκεί. Θα κάνει μια έκρηξη θερμοδυναμική» και, όπως λέει, η ραδιενέργεια θα μείνει σε πολύ τοπικό επίπεδο, όπως έγινε και στην περίπτωση της Φουκουσίμα.
Διαβάστε περισσότερες λεπτομέρειες:
1. Τσερνόμπιλ, 40 χρόνια μετά: Πόσο τελικά επηρέασε την Ελλάδα το ραδιενεργό νέφος – https://www.in.gr/2026/04/24/greece/tsernompil-40-xronia-meta-poso-telika-epirease-tin-ellada-to-radienergo-nefos/
2. Αχιλλέας Χεκίμογλου, «Ατομική Εποχή», εκδόσεις Παπαδόπουλος
Κατηγορίες:ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ, ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ







Σχολιάστε