Σίγουρα θα αστειεύεστε κύριε Φάινμαν

Posted on 13/12/2020

0


O 27χρονος Richard Feynman και η σύζυγός του Arline

(…) Περπάτησα έξω για λίγο. Ήμουν έκπληκτος που δεν ένοιωθα αυτά που υποτίθεται έπρεπε να νοιώθουν οι άνθρωποι σε τέτοιες περιστάσεις. Ίσως να κορόιδευα τον εαυτό μου. Δεν ήμουν βέβαια καλά, δεν ήμουν όμως και εξαιρετικά ταραγμένος, ίσως γιατί γνωρίζαμε εδώ και πολύ καιρό αυτό που επρόκειτο να συμβεί κι είχα εξοικειωθεί μαζί του.
Είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσω. Αν κάποιος Αρειανός (ο οποίος, ας υποθέσουμε, δεν πεθαίνει ποτέ από ασθένεια ή γηρατειά, μόνο από ατύχημα) ερχόταν εδώ στη Γη κι έβλεπε αυτό το παράξενο γένος όντων, αυτούς τους ανθρώπους που ζουν 70-80 χρόνια ξέροντας ότι πλησιάζει ο θάνατος, θα του φαινόταν τρομερό να ζει κάτω από αυτές τις συνθήκες, γνωρίζοντας ότι η ζωή είναι απλώς προσωρινή. Εμείς όμως οι άνθρωποι ξεπερνάμε σχετικά εύκολα το πρόβλημα αυτό, γελάμε, αστειευόμαστε, ζούμε.
Η μόνη διαφορά όμως για μένα και την Αρλήν ήταν ότι αντί να ζήσουμε μαζί 50 χρόνια, ζήσαμε μόνο 5. Ήταν μια ποσοτική μόνο διαφορά, το ψυχολογικό πρόβλημα ήταν ακριβώς το ίδιο. Ο μόνος τρόπος να το κοιτάξουμε διαφορετικά θα αν είχαμε παραδεχθεί «Αυτοί οι άλλοι την έχουν καλύτερα, θα ζήσουν 50 χρόνια περισσότερο», αυτό όμως θα ήταν τρελό. Γιατί θα ‘πρεπε να νιώσουμε δυστυχισμένοι με το να λέμε «Γιατί άραγε είμαστε τόσο άτυχοι; Τι μας φύλαγε ο Θεός, τι κάναμε για να μας αξίζει μια τέτοια τιμωρία;», όλα τέλος πάντων αυτά που – αν κατανοήσεις την πραγματικότητα βαθιά μέσα σου – είναι άσχετα με το θέμα και αναπάντητα, είναι πράγματα που κανείς δεν τα ξέρει. Αυτό που σου συμβαίνει δεν είναι παρά ένα ατύχημα της ζωής. Εμείς όμως είχαμε ζήσει μαζί, είχαμε ζήσει πολύ καλά.
Επέστρεψα στο δωμάτιο της Αρλήν, κάθισα εκεί κι άρχισα να σκέφτομαι όσα συνέβαιναν στο σώμα της: οι πνεύμονες δεν μπορούσαν να τροφοδοτήσουν το αίμα με περισσότερο οξυγόνο, έτσι ο εγκέφαλος θα άρχισε να υπολειτουργεί, μετά θα εξασθενούσε η καρδιά κι η αναπνοή θα γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη. Νόμιζα ότι τα συμπτώματα αυτά θα έπαιρναν τη μορφή χιονοστιβάδας, οι βιολογικές λειτουργίες θα αναστέλλονταν και θα επακολουθούσε η τραγική κατάρρευση. Η Αρλήν όμως δεν φάνηκε να ακολουθεί την πορεία αυτή. Έχανε αργά αργά την πνευματική της διαύγεια, κι η αναπνοή της όλο και λιγόστευε μέχρι που δεν υπήρχε πια αναπνοή αλλά μόλις πριν υπήρχε μια σταλιά.
Η νοσοκόμα πέρασε κάνοντας τον γύρο της και επιβεβαίωσε ότι η Αρλήν ήταν νεκρή. Βγήκε έξω – ήθελα να μείνω μόνος για λίγο. Κάθισα λιγάκι κοντά της και μετά τη φίλησα για τελευταία φορά. Ένοιωσα έκπληξη όταν ανακάλυψα ότι τα μαλλιά της μύριζαν ακριβώς όπως και πριν. Όταν, βέβαια, κάθισα και το σκέφτηκα δεν βρήκα κανένα λόγο γιατί θα έπρεπε να αλλάξει η μυρωδιά των μαλλιών σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αλλά για μένα ήταν ένα σοκ γιατί φανταζόμουν ότι μόλις είχε συμβεί κάτι πελώριο – κι όμως τίποτε δεν είχε συμβεί ακόμα.
Την άλλη μέρα πήγα στο νεκροθάλαμο. Ο υπάλληλος εκεί μου έβαλε στο χέρι τα δαχτυλίδια της, που τα είχε βγάλει απ’ το πτώμα. «Θα ‘θελες μήπως να δεις τη γυναίκα σου για τελευταία φορά;», ρώτησε.
«Τι είδους τελευταία – όχι, δεν θέλω να τη δω, όχι! Μόλις πριν την είδα», φώναξα.
«Ναι, τώρα όμως την έχουμε τακτοποιήσει».
Ο άνθρωπος ήταν από άλλο κόσμο. Τακτοποιείται ένα κορμί όταν είναι άψυχο; Δεν ήθελα να ξαναδώ την Αρλήν, θα με αναστάτωνε περισσότερο. Τηλεφώνησα στο γκαράζ που είχε ρυμουλκήσει το αυτοκίνητο, το πήρα κι έβαλα στο πίσω μέρος τα πράγματα της Αρλήν. Μετά πήρα μαζί μου και κάποιον που έκανε ωτοστόπ κι έφυγα απ’ την Αλμπουρκέκ.
Δε θά ‘χαμε κάνει ούτε πέντε μίλια όταν «ΜΠΑΝΓΚ!» κι άλλο σκασμένο λάστιχο. Άρχισα να βρίζω, να καταριέμαι ακατάπαυστα. Ο τύπος που έκανε ωτοστόπ με κοίταζε σαν να έβλεπε ανισόρροπο. «Μα πρόκειται απλώς για κλατάρισμα, έτσι δεν είναι;» ρώταγε και ξαναρώταγε. «Ναι, απλώς ένα κλατάρισμα – κι ύστερα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο!» Αντικαταστήσαμε το σκασμένο λάστιχο, βάζοντας τη ρεζέρβα, και πήγαμε σιγά σιγά στο Λος Άλαμος, χωρίς να φτιάξω το άλλο λάστιχο. Δεν ήξερα πως να αντικρίσω τους φίλους μου εκεί, δεν ήθελα να βρεθεί κανείς με κατεβασμένα μούτρα και να με ρωτήσει για το θάνατο της Αρλήν. Κάποιος όμως ρώτησε τι συνέβη.
«Πέθανε. Και πως πάει το πρόγραμμα;» ρώτησα.
Κι αυτοί κατάλαβαν ότι δεν ήθελα να γυρίζω συνεχώς γύρω απ’ αυτό το γεγονός. Μόνο ένας βρέθηκε να μου εκφράσει τη συμπάθειά του κι αυτό συνέβη επειδή έτυχε να λείπει απ’ το Λος Άλαμος την ημέρα που είχα επιστρέψει.
Μια νύχτα ονειρεύτηκα την Αρλήν, αμέσως όμως της είπα: «Όχι, όχι, δεν μπορεί να βρίσκεσαι στο όνειρο αυτό, δεν είσαι ζωντανή!».
Ξαναονειρεύτητα την Αρλήν κι είχα πάλι την ίδια αντίδραση: «Δεν μπορεί να είσαι στο όνειρο αυτό!»
«Όχι, όχι!», απάντησε. «Σε κορόιδεψα. Είχα κουραστεί μαζί σου και σκάρωσα το κόλπο αυτό για να τραβήξω το δρόμο μου. Τώρα όμως σε θέλω και πάλι, γύρισα». Λοιπόν, φαίνεται ότι το μυαλό μου δούλευε εναντίον του εαυτού του. Έπρεπε, ακόμη και σε ένα καταραμένο όνειρο, να βρεθεί εξήγηση πως γίνεται να υπάρχει ακόμη Αυτή!
Πρέπει να είχα πιεστεί ψυχολογικά. Δεν είχα κλάψει καθόλου ώσπου, κάπου ένα μήνα μετά το θάνατο της Αρλήν, καθώς περνούσα μπορστά από ένα κατάστημα στο Όουκ Ρτζ, είδα στη βιτρίνα ένα όμορφο φόρεμα και σκέφτηκα «Αυτό θα άρεσε στην Αρλήν». Και τότε ξέσπασα.

απόσπασμα από το βιβλίο «Τι σε νοιάζει εσένα τι σκέφτονται οι άλλοι; Οι περιπέτειες ενός παράξενου τύπου, του Richard Feynman, όπως τις αφηγήθηκε στον Ralph Leighton», μετάφραση Νίκος Κοτρίδης, εκδόσεις τροχαλία

Ο άνθρωπος που πέθανε δυο φορές

Γράφει ο Ηλίας Μαγκλίνης στην Καθημερινή (13/12/2020)

κλικ πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση


Ενα φθινοπωρινό απόγευμα του 1939, ο 21χρονος φοιτητής της φυσικής Ρίτσαρντ Φέινμαν έγινε δεκτός για τσάι στο σπίτι του κοσμήτορα του Πρίνστον. Ατίθασο Εβραιόπουλο, παιδί-θαύμα των επιστημών από το Κουίνς, είχε αναγκαστεί να φορέσει κοστούμι – πράγμα που σιχαινόταν.

Ο Φέινμαν απεχθανόταν κάθε επισημότητα. Οταν η αυστηρή, σεβάσμια σύζυγος του κοσμήτορα τον ρώτησε αν πίνει το τσάι του «με γάλα ή λεμόνι», ο Φέινμαν πέταξε «και με τα δύο», όπου η γυναίκα αναφώνησε: «Σίγουρα, θα αστειεύεστε, κύριε Φέινμαν!».
Χρόνια αργότερα, ο μετέπειτα νομπελίστας εξέδωσε το χρονικό της ζωής του με αυτόν τον τίτλο: «Σίγουρα, θα αστειεύεστε, κύριε Φέινμαν!».

Ο Φέινμαν τιμήθηκε με το Νομπέλ Φυσικής για την ερευνητική δουλειά του στην κβαντοφυσική, μελέτησε τη φύση του χρόνου πλάι στον μεγάλο Τζον Ουίλερ, ενώ στον πόλεμο συμμετείχε στο «πρόγραμμα Μανχάταν» για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας.

‘Οσο καιρό εργαζόταν για τη βόμβα, η γυναίκα του, Αρλίν, νοσηλευόταν σε σανατόριο, άρρωστη με φυματίωση. Ο Φέινμαν την έβλεπε κάθε Σαββατοκύριακο. Οπως γράφει ο Αλαν Λάιτμαν στο βιβλίο του «A Sense of the Mysterious», την είχε παντρευτεί στα κρυφά, αψηφώντας τις αντιρρήσεις των γονιών του.

Το καλοκαίρι του 1945 η Αρλίν πέθανε. Ο Φέινμαν βυθίστηκε σε κατάθλιψη. Εκανε άλλους δύο γάμους – ο τρίτος μόνο στέριωσε (έγινε και πατέρας δις), κυρίως όμως αναλώθηκε σε ερωτικές περιπέτειες με τις συζύγους φίλων και συνεργατών του…

Το 1947, έκανε κάτι που απέκρυψε στην αυτοβιογραφία του: έγραψε επιστολή στην πεθαμένη Αρλίν. «Γλυκιά μου, σε αγαπώ», έγραφε εκεί. «Πέρασε τόσο πολύς καιρός από την τελευταία φορά που σου έγραψα – σχεδόν δύο χρόνια, ξέρω όμως ότι θα με καταλάβεις διότι ξέρεις πώς είμαι, πεισματάρης και ρεαλιστής, οπότε πίστευα πως δεν έχει κανένα νόημα να σου γράψω. Τώρα όμως ξέρω, αγαπημένη μου γυναίκα, ότι είναι σωστό αυτό που καθυστέρησα τόσο να κάνω… Θέλω να σου πω πως σε αγαπώ. Θέλω να σε αγαπώ. Θα σε αγαπώ πάντα. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι σημαίνει να σε αγαπώ τη στιγμή που είσαι νεκρή –ακόμα όμως θέλω να σε φροντίζω– και θέλω κι εσύ να με φροντίζεις και να νοιάζεσαι για μένα. Θέλω να έχω προβλήματα για να συζητάω μαζί σου… ΥΓ. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ μου που δεν σου ταχυδρόμησα αυτή την επιστολή – δεν γνωρίζω όμως τη διεύθυνσή σου».

Το 1988, ο 70χρονος πλέον Φέινμαν εισήχθη στο νοσοκομείο, στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου. Τα τελευταία του λόγια: «Πόσο άσχημο να πεθαίνεις δύο φορές. Είναι τόσο πληκτικό».

Μετά τον θάνατό του, βρέθηκε καταχωνιασμένη η επιστολή προς την Αρλίν. Ισως αυτός που τη βρήκε να σχολίασε κλαίγοντας: «Σίγουρα, θα αστειεύεστε, κύριε Φέινμαν!».

Posted in: ΙΣΤΟΡΙΑ