Το Σύμπαν αυτοοργανώθηκε. Το χάος είναι το υπόστρωμα της τάξης. Κι αυτό δεν το ανακαλύψαμε τώρα. Κάτι είχαν ψυχανεμιστεί ο Ηράκλειτος, ο Πυθαγόρας, ο Δημόκριτος. Τι στο καλό έπιναν οι αρχαίοι Ελληνες;

Στο νέο βιβλίο του φυσικού, κοσμολόγου, ακαδημαϊκού Δημήτρη Νανόπουλου «Ο κβαντικός μύθος του Σισύφου» (κυκλοφορεί εντός των προσεχών ημερών από τις εκδόσεις Πατάκη), βλέπουμε μια νεανική του φωτογραφία: μέσα της δεκαετίας του ’70, παρέα με μεγάλους ξένους συναδέλφους του, όπως τον Τζον Ελις, να παρουσιάζουν τη θεωρία τους σχετικά με το πώς πρέπει να ερευνηθεί πειραματικά το μποζόνιο Χιγκς. Το 2012, μισό αιώνα μετά, το Χιγκς εντοπίστηκε με τον τρόπο που πρότεινε η επιστημονική ομάδα της οποίας μέλος ήταν και ο Νανόπουλος.
Το παράδειγμα του Αϊνστάιν
Δεν το αναφέρω για να υπογραμμίσω τη μεγάλη αξία που έχει ο «δικός μας» Δημήτρης Νανόπουλος στη διεθνή επιστημονική κοινότητα (δεν χρειάζεται τη δική μου υπενθύμιση) όσο για να τονίσω αυτό που και ο ίδιος ο Νανόπουλος επεσήμανε όταν μιλήσαμε μέσω Zoom αυτές τις μέρες, ότι οι μεγάλες θεωρίες της επιστήμης μπορεί να πάρουν και πενήντα και εκατό χρόνια για να επιβεβαιωθούν πειραματικά. «Δείτε τα περίφημα βαρυτικά κύματα», μου λέει από το γραφείο του στο Πρίνστον.
«Ο Αϊνστάιν τα προέβλεψε με τη θεωρία της σχετικότητας το 1915 και εντοπίστηκαν πειραματικά εκατό χρόνια μετά. Η επιστήμη απαιτεί, αξιώνει μεγάλες υπομονές. Και κάποτε οι κοσμογονικές επιστημονικές θεωρίες γεννιούνται μέσα και από την οργιαστική φαντασία των επιστημόνων. Φανταστείτε: ο Αϊνστάιν κατέληξε στην περίφημη θεωρία του όταν φαντάστηκε πώς μπορεί να είναι να ταξιδεύεις πάνω σε ένα φωτόνιο, να τρέχεις με την ταχύτητα του φωτός. Εκατό και πλέον χρόνια μετά, έχει επιβεβαιωθεί περίτρανα. Όχι ότι δεν έκανε και μεγάλα σφάλματα ο Αϊνστάιν, αλλά έτσι πάνε αυτά, μαζί».

Στέκομαι στον τίτλο του νέου βιβλίου του Νανόπουλου, «Ο κβαντικός μύθος του Σίσυφου». Είναι δηλωτικός του περιεχομένου του και του ύφους του συγγραφέα: επιστήμη και φιλοσοφία· σωματίδια και υπαρξιακή ενατένιση· νόημα και παράλογο – και αυτά μαζί πάνε τελικώς.
Αντιγράφω από την αρχή του βιβλίου: «Οι ραγδαίες εξελίξεις στην Αστροσωματιδιακή Φυσική –την ενοποιημένη Φυσική του Μικρόκοσμου και του Μακρόκοσμου– υποδεικνύουν ένα Σύμπαν που ίσως να γεννήθηκε ως κβαντική διακύμανση από το κβαντικό κενό, το οποίο πολλοί ταυτίζουν με το απόλυτο “τίποτα”.
»Αναδύεται έτσι ένα νέο φιλοσοφικό σύστημα, που θυμίζει σαφώς τη φιλοσοφία του παραλόγου όπως την παρουσίασε ο Αλμπέρ Καμύ στον Μύθο του Σίσυφου. Θα μπορούσαμε να πούμε, σχηματικά, ότι ζούμε μέσα σε ένα Σύμπαν “παράλογο” και “αδιάφορο”.
»Και όμως, αυτή η αδιαφορία είναι η πιο ειλικρινής μορφή “σχέσης” που μπορεί να μας “προσφέρει” το Σύμπαν. Γιατί μέσα σε αυτή την απουσία νοήματος, ουσιαστικά γεννιέται η δική μας ανάγκη να ανακαλύψουμε το νόημα. “Κάπου, κάτι εκπληκτικό περιμένει να ανακαλυφθεί” λέει ο Καρλ Σαγκάν. Και προσωπικά πιστεύω ότι η ίδια η ανθρώπινη περιέργεια είναι μια από τις πιο καθαρές αποδείξεις ότι υπάρχουμε: curiosus, ergo sum. (…)
»Ισως εκεί να βρίσκεται και η διαφορά μας από τα υπόλοιπα όντα: δεν αρκούμαστε να υπάρχουμε. Θέλουμε να ξέρουμε τι σημαίνει που υπάρχουμε. Και αυτό, όσο κι αν μοιάζει μάταιο, είναι η πιο συγκινητική μορφή αξιοπρέπειας που διαθέτει ο άνθρωπος».
Υπογραμμίζω μια ακόμη πρότασή του: «Πώς επιλέγουμε να σταθούμε μέσα στην απεραντοσύνη». «Ναι, ακριβώς: λένε πολλοί: νιώθω ασήμαντος, μηδαμινός κάτω από τον έναστρο ουρανό. Κι όμως, λέω εγώ, αποτελείς μέρος του. Όσο μικρός κι αν είσαι, είσαι αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του δέους που μας περιβάλλει. Απομένει στον καθένα μας πώς θα το δει αυτό: νιώθοντας ασήμαντος ή νιώθοντας πως κι εσύ αποτελείς μέρος της απεραντοσύνης;».
Ένα σύστημα κανόνων
Φυσικά όλο αυτό έχει και συνέχεια: όπως γράφει στο βιβλίο ο Δημήτρης Νανόπουλος, «η Μοριακή Βιολογία και η Βιοχημεία είναι, στην ουσία, επαγωγικές εφαρμογές της Κβαντικής Φυσικής. Εδώ αρχίζει να φαίνεται κάτι συγκλονιστικό: όσο περισσότερο προχωράμε στην κατανόηση της Φύσης, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ότι ο κόσμος δεν είναι ένα άθροισμα τυχαίων γεγονότων, αλλά ένα σύστημα κανόνων. Και μέσα σε αυτούς τους κανόνες, το “όριο” και η “απαγόρευση” δεν λειτουργούν ως περιορισμοί, αλλά ως δημιουργικές αρχές».
Η συνθήκη της γνώσης – Η κβαντική αβεβαιότητα, που κάποτε θεωρήθηκε πρόβλημα, αποδεικνύεται η συνθήκη της γνώσης – ο λόγος που μπορούμε να ρωτάμε. Το Σύμπαν είναι κατανοητό, ακριβώς επειδή δεν είναι απολύτως προβλέψιμο.
«Πράγματι», σχολιάζει, «από την έννοια της δομής έχουμε ζωή και επιπροσθέτως, η ελευθερία δεν βρίσκεται στην αυθαιρεσία, αλλά στην αναγκαιότητα. Είναι ένα μεγάλο μάθημα της επιστήμης: ότι η ύλη δεν γνωρίζει επιλογές, αλλά μέσα από τους περιορισμούς της παράγει απεριόριστες δυνατότητες. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και ο πάντοτε περίεργος και ανήσυχος άνθρωπος. Δηλαδή, οι φυσικοί νόμοι μάς έφεραν έως εδώ σήμερα. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι αν το Σύμπαν είναι αδιάφορο προς εμάς αλλά το πώς εμείς στεκόμαστε απέναντι σε αυτό, τι μπορούμε να πάρουμε από το Σύμπαν, πώς μπορούμε να το κατανοήσουμε και έως πού μπορούμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες δομές του. Και η αλήθεια είναι ότι έχουμε καταφέρει πάρα πολλά. Έχουμε φτάσει σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο κατανόησης της λειτουργίας της Φύσης. Τα μυστικά όμως είναι ακόμη πολλά. Κάτι ακόμα που το τονίζω και στο βιβλίο: να πάψουμε να εκλαμβάνουμε τη Φύση, το Σύμπαν σαν κάτι ακίνητο. Η Φύση δείχνει ότι η ουσία των πραγμάτων δεν είναι το απόλυτο μηδέν, αλλά η δόνηση. Δηλαδή, η πραγματικότητα δεν είναι στατική, είναι μουσική. Πάρτε τη θεωρία των υπερχορδών. Σύμφωνα με αυτήν, τα σωματίδια δεν είναι σημεία, όπως θεωρούσαμε μέχρι τώρα, αλλά πρότυπα (patterns) ταλαντώσεων τα οποία έχουν μήκος, σαν απειροελάχιστα λεπτά κομμάτια χορδής. Η θεωρία αυτή –είναι μόνο θεωρία ακόμη– μας δείχνει πάντως ότι το Σύμπαν δεν είναι απλώς εκεί που είναι, αλλά ό,τι συμβαίνει γίνεται διαρκώς, αέναα. Αυτή η μετάβαση από το “είναι” στο “γίγνεσθαι” αποτελεί ίσως την πιο βαθιά φιλοσοφική μετατόπιση της σύγχρονης φυσικής και με απασχολεί πολύ στο δικό μου βιβλίο».
Αστάθεια
Πού μας οδηγεί αυτή η έννοια της αέναης κίνησης; Στην ίδια την αστάθεια του Σύμπαντος. Διαβάζοντας το βιβλίο του Νανόπουλου σκέφτομαι πόσο φοβερό είναι αυτό το πράγμα: οι άνθρωποι προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να ελέγξουμε τις ζωές μας και τις ζωές των άλλων, είμαστε control freaks στα πάντα, από την υγεία έως το κλίμα, από τα οικονομικά μας έως τα παιδιά μας, προσπαθούμε να αδράξουμε ένα σταθερό σημείο που να είναι οριστικό και αμετάκλητο, πασχίζουμε να εξασφαλίσουμε την ασφάλειά μας, αλλά όπως λέει ο Νανόπουλος, το κλειδί της κατανόησης του Σύμπαντος βρίσκεται στην ίδια την αστάθειά του.
«Αν όλα ήταν απολύτως σταθερά», σημειώνει, «δεν θα υπήρχε τίποτα να κατανοήσουμε. Η κβαντική αβεβαιότητα, που κάποτε θεωρήθηκε πρόβλημα, αποδεικνύεται η συνθήκη της γνώσης – ο λόγος που μπορούμε να ρωτάμε. Το Σύμπαν είναι κατανοητό ακριβώς επειδή δεν είναι απολύτως προβλέψιμο».
Η ζωή επέμεινε – Από τις κβαντικές διακυμάνσεις του κενού έως τις μεταλλάξεις του DNA, η Φύση επινοεί τρόπους να επιβιώνει μέσα από το απρόβλεπτο. Η ζωή, όπως και το Σύμπαν, δεν σχεδιάστηκε, επέμεινε.
Άρα, ο Αϊνστάιν είχε λάθος που έλεγε ότι ο Θεός δεν παίζει ζάρια; «Εγώ αυτό που λέω και γράφω στο βιβλίο είναι ότι η περίφημη τυχαιότητα της κβαντομηχανικής, που τόσο ζόριζε όχι μόνο τον Αϊνστάιν αλλά και τόσες άλλες μεγαλοφυΐες της Φυσικής των αρχών του εικοστού αιώνα, η τυχαιότητα λοιπόν δεν συνιστά αταξία αλλά γεννήτρια: είναι μηχανισμός δημιουργίας. Εγώ θα πω ότι η Φύση παίζει ζάρια, όχι κάποιος θεός, όμως οι ζαριές της υπακούουν σε νόμους. Δηλαδή: η τυχαιότητα μπορεί να ενέχει χάος, όμως αυτό το χάος μην το βλέπουμε σαν το αντίθετο της τάξης αλλά σαν το υπόστρωμά της. Το συγκλονιστικό εδώ είναι ότι ψήγματα αυτών των σύγχρονων θεωριών της Φυσικής είχαν ήδη αναπτύξει άνθρωποι όπως ο Ηράκλειτος, ο Πυθαγόρας, ο Δημόκριτος. Το γράφω και στο βιβλίο: τι στο καλό έπιναν οι αρχαίοι Έλληνες;».
Στο βιβλίο, ο Νανόπουλος έχει μια άλλη ωραία κουβέντα: «Το Σύμπαν», γράφει, «δεν σχεδιάστηκε: αυτοοργανώθηκε». «Ναι, όντως, δεν θυμάμαι αν χρησιμοποιώ τον όρο “κβαντικός δαρβινισμός”, αλλά περί αυτού πρόκειται: από το μικροσωματιδιακό επίπεδο ακόμα, ό,τι επιζεί, ό,τι αντέχει είναι αυτό που μπορεί και προσαρμόζεται διαρκώς. Το θεωρώ συγκλονιστικό: να βλέπεις πώς το τυχαίο της Φύσης μετατρέπεται σε λογική ύπαρξη. Από τις κβαντικές διακυμάνσεις του κενού έως τις μεταλλάξεις του DNA, η Φύση επινοεί τρόπους να επιβιώνει μέσα από το απρόβλεπτο. Η ζωή, όπως και το Σύμπαν, δεν σχεδιάστηκε, επέμεινε».
Ρωτάω τον Δημήτρη Νανόπουλο αν κάπου εδώ θα μπορούσε να μπει στη συζήτηση και ο Θεός. «Το θίγω αυτό το τεράστιο ζήτημα και στο βιβλίο. Απαντώ λοιπόν πως δεν μας λείπει ο Θεός· μας λείπει η ωριμότητα να ζήσουμε χωρίς Αυτόν. Το πιο σημαντικό ακόμα είναι το εξής: χωρίς Θεό, έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, δεν υπάρχει καμία αξία στη ζωή. Στο θέατρο του παραλόγου, στον Καμύ, που με απασχολεί και στο βιβλίο κατά κάποιον τρόπο, η απουσία του Θεού μπορεί, ενδεχομένως, να συνιστά απουσία νοήματος. Πάνω σε αυτό εγώ λέω ότι η επιστήμη δεν ακυρώνει το νόημα, αντίθετα, μας το γυρίζει πίσω, σε εμάς. Ας θυμίσω εδώ τι γράφει ο ίδιος ο Καμύ στον “Μύθο του Σίσυφου”: “Ο άνθρωπος εφηύρε τον Θεό για να μη σκοτωθεί. Ιδού η περίληψη της παγκόσμιας Ιστορίας έως αυτή τη στιγμή”».
Ηλίας Μαγκλίνης – https://www.kathimerini.gr/opinion/interviews/564311392/dimitris-nanopoylos-stin-k-i-fysi-paizei-zaria/
Κατηγορίες:ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ, ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΣΩΜΑΤΙΑ, ΣΥΜΠΑΝ
Σχολιάστε