Επιβεβαιώνοντας τον Αϊνστάιν

Posted on 09/10/2017

0


Kip Thorne ( Φωτογραφία: Rory Carroll/guardian.co.uk)

GW150914 είναι ο κωδικός που δηλώνει τον πρώτο στην Ιστορία εντοπισμό βαρυτικών κυμάτων, στις 14 Σεπτεμβρίου του 2015. Την θεωρητική ύπαρξή τους είχε προβλέψει ο Αϊνστάιν με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας το 1915, όμως χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας για να επιβεβαιωθεί πειραματικά η ύπαρξή τους.

Την περασμένη Τρίτη, η Σουηδική Ακαδημία τίμησε τους τρεις επιστήμονες που βρίσκονται πίσω από αυτό το κατόρθωμα με το Νομπέλ Φυσικής. Οι Ράινερ Βάις, Κιπ Θορν και Μπάρι Μπάρις θα μοιραστούν το βραβείο, καθώς και το ποσόν που το συνοδεύει, 935.000 ευρώ.

Η Σουηδική Ακαδημία έχει ωστόσο δεχθεί κριτική για την καθυστερημένη βράβευση. Η μεγάλη ανακάλυψη είχε ανακοινωθεί επισήμως από τον Φεβρουάριο του 2016, η Στοκχόλμη όμως περίμενε να το απονείμει φέτος αντί για πέρσι, τέτοιο καιρό. Η απόφαση αυτή είχε ένα βαρύ τίμημα: το τέταρτο βασικό πρόσωπο της θαυμαστής αυτής ιστορίας, ο Σκοτσέζος φυσικός Ρον Ντρέβερ, θα είχε βραβευθεί και αυτός με το Νομπέλ αλλά πέθανε τον Μάρτιο του 2017…

Στη συνέχεια ακολουθεί συνομιλία ενός εκ των τριών βραβευμένων επιστημόνων, του Κιπ Θορν, με τους Παναγιώτη Χαρίτο (CERN, Διεύθυνση επιταχυντών και τεχνολογίας) και Σπύρο Αργυρόπουλο (Πείραμα ATLAS, Πανεπιστήμιο Iowa), οι οποίοι τον συνάντησαν στη Γενεύη λίγους μήνες πριν από την ανακοίνωση του Νομπέλ. Μεγάλο απόσπασμα της συνομιλίας αυτής ακολουθεί παρακάτω, ωστόσο, έχει ενδιαφέρον στο σημείο αυτό να σταθούμε στην απάντηση που δίνει στους δύο Ελληνες φυσικούς ο Αμερικανός νομπελίστας όταν τον ρώτησαν αν περίμενε ότι τα βαρυτικά κύματα θα ανακαλύπτονταν κατά τη διάρκεια της ζωής του. «Ναι», απαντά ο Κιπ Θορν. «Πίστευα πως είναι πολύ πιθανό να προέλθουν από τη σύγκρουση δυο μαύρων τρυπών ακριβώς του είδους που παρατηρήσαμε. Τα παραπάνω τα περιγράφω τόσο στην «Επιστήμη του Interstellar» αλλά και στο παλαιότερο βιβλίο μου «Μαύρες τρύπες και Στρεβλώσεις του χρόνου» (1984). Εκεί περιγράφω με λεπτομέρεια τι θα παρατηρούσαμε από τη σύγκρουση και συγχώνευση δυο μαύρων τρυπών που η κάθε μια ζυγίζει 25 ηλιακές μάζες. Τα βαρύτικά κύματα που θα παράγονταν ήταν παρόμοια με αυτά που τελικά παρατήρησαμε. Έτσι, αν θέλετε, ήδη από τη δεκαετία του ‘80, πίστευα πως οι μαύρες τρύπες θα ήταν η καλύτερη πιθανή πηγή. Ήταν μεγάλη ικανοποίηση πως τελικά όλα δούλεψαν όπως τα είχα υπολογίσει».

Συνέντευξη στους Παναγιώτη Χαρίτο και Σπύρο Αργυρόπουλο

–Τι είναι τα βαρυτικά κύματα και πώς διαφέρουν από άλλα είδη κυμάτων που γνωρίζουμε;

–Κατ’ αρχήν ας πάρουμε τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα τα οποία είναι ταλαντώσεις του ηλεκτρομαγνητικών πεδίων που διαδίδονται στο χωροχρόνο. Σε αντίθεση με αυτά, τα βαρυτικά κύματα είναι ταλαντώσεις της γεωμετρίας του χωροχρόνου, όπως για παράδειγμα οι ταλαντώσεις του νερού στην επιφάνεια μιας λίμνης, μόνο που αντί να πάνε πάνω κάτω, αυτό που κάνουν είναι να τεντώνουν και να συμπιέζουν το χωροχρόνο κάθετα στη διεύθυνση διάδοσης του κύματος. Με άλλα λόγια ένα βαρυτικό κύμα θα μετατοπίζει πέρα δώθε δυο αδρανειακούς παρατηρητές που βρίσκονται πάνω στη διεύθυνση διάδοσής. Οι ανιχνευτές που χρησιμοποιούμε αποτελούνται από καθρέφτες που είναι κρεμασμένοι από μηχανικά υποστηρίγματα, έτσι ώστε να παραμένουν όσο γίνεται ακίνητοι στο τοπικό σύστημα αναφοράς. Καθώς το βαρυτικό κύμα διέρχεται απ’ τον ανιχνευτή το σύστημα αναφοράς του ενός καθρέφτη μετατοπίζεται σε σχέση με το σύστημα αναφοράς του δεύτερου καθρέφτη που βρίσκεται 4 χμ μακρυά κι έτσι οι δύο καθρέφτες πότε πλησιάζουν και πότε απομακρύνονται μεταξύ τους.

–Γιατί μας πήρε τόσο καιρό να ανιχνεύσουμε βαρυτικά κύματα;

–Το βασικό πρόβλημα είναι η πολύ μικρή ισχύς αλληλεπίδρασης μεταξύ βαρυτικών κυμάτων και ύλης. Η ισχύς αυτή είναι τόσο μικρή που οι ταλαντώσεις που αναφέραμε παραπάνω είναι της τάξης του 1:100 της διαμέτρου ενός πρωτονίου η οποία πρέπει να ανιχνευτεί σε μια απόσταση συνολικά 4 χιλομέτρων. Οι θεωρητικοί που δουλεύαμε πάνω στο πρόβλημα της ανίχνευσης βαρυτικών κυμάτων χρειαστήκαμε πολλά χρόνια ώστε να κατανοήσουμε τις πηγές παραγωγής βαρυτικών κυμάτων. Τελικά το 1978, σε ένα συνέδριο στο Seattle, προβλέψαμε ότι για την ανίχνευση βαρυτικών κυμάτων χρειαζόταν μια ευαισθησία της τάξης του 10-21 σε μηχανικές παραμορφώσεις που αντιστοιχεί σε ένα μήκος ίσο με 1:100 της διαμέτρου του πρωτονίου. Η τιμή αυτή είναι τόσο μικρή που χρειάστηκαν πολλά χρόνια για την ανάπτυξη των κατάλληλων πειραματικών διατάξεων και μεθόδων που ήταν απαραίτητες για την ανίχνευση του πρώτου βαρυτικού κύματος. Παρεπιτπόντως, το πρώτο βαρυτικό κύμα που παρατήρησε το LIGO προκάλεσε μια παραμόρφωση ακριβώς ίση με τις προβλέψεις μας, οπότε οι υπολογισμοί μας αποδείχτηκαν απολύτως σωστοί.

–Πώς προέκυψε το LIGO;

–Μέχρι το 1980 είχε γίνει ξεκάθαρο ότι τα συμβολόμετρα βαρυτικών κυμάτων που πρότεινε πρώτος ο Weiss θα έπρεπε να είναι όχι μόνο πολύ μεγάλα (αρκετά χιλιόμετρα σε μήκος) αλλά και πολύ πολύπλοκα και συνεπώς απαιτούσαν τη συνεργασία πολλών επιστημόνων. Γι’ αυτό το σκοπό το 1984 ο Reiner Weiss, ο Ronald Drever κι εγώ δημιουργήσαμε το LIGO, μια συνεργασία μεταξύ του Caltech και του MIT. To 1987 αναθέσαμε τη διοίκηση του πρώτου ανιχνευτή στον Robbie Vogt, ο οποίος βελτίωσε τη συνεργασία των δύο πειραματικών ομάδων και μας οδήγησε στο να συντάξουμε την πρώτη εισήγηση για την κατασκευή του LIGO. Η εισήγηση πέρασε από εξονυχιστικό έλεγχο και τελικά εκρίθηκε απ’ το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (NSF). Ο Vogt έπεξε καταλυτικό ρόλο στην προσπάθειά μας να ζητήσουμε χρηματοδότηση απ’ το Κονκρέσο. Το πρόγραμμα έλαβε τελικά το πρώτο πακέτο χρηματοδότησης το 1992. Το σχέδιό μας απ’ την αρχή ήταν να κατασκευάσουμε δύο διαδοχικές γενιές ανιχνευτών (συμβολομέτρων): τα συμβολόμετρα πρώτης γενιάς αποτελούσαν τον προπομπό των εξελιγμένων συμβολομέτρων που αναμέναμε να ανιχνεύσουν τα πρώτα βαρυτικά κύματα.

Το 1994, λίγο πριν αρχίσουμε την κατασκευή των ανιχνευτών, φέραμε στο LIGO έναν νέο διευθυντή, τον Barry Barish. Ο Barish μετέτρεψε το LIGO από ένα πείραμα μεσαίου μεγέθους σε μια μεγάλη διεθνή συνεργασία επιστημόνων που ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του πειράματος. Δημιούργησε δύο ξεχωριστά σκέλη: το εργαστήριο LIGO, το οποίο ήταν υπεύθυνο για την έρευνα και ανάπτυξη των ανιχνευτών και για τη σχεδίαση και κατασκευή των πειραματικών εγκαταστάσεων. Το δεύτερο σκέλος ήταν η διεθνής συνεργασία LIGO, η οποία σήμερα περιλαμβάνει 1000 επιστήμονες και τεχνικούς σε περίπου 100 ινστιτούτα σε 16 διαφορετικές χώρες και είναι υπεύθυνη για το επιστημονικό κομμάτι του LIGO: τον χαρακτηρισμό του υποβάθρου στους ανιχνευτές, τη σχεδίαση των ερευνών για βαρυτικά κύματα, την ανάλυση των δεδομένων κλπ. Αυτή η οργανωτική δομή αποδείχτηκε πολύ επιτυχημένη. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, μετά την κατασκευή των αρχικών ανιχνευτών και τις πρώτες έρευνες για βαρυτικά κύματα, ο Barish δελεάστηκε απ’ τα πειράματα υψηλών ενεργειών και έφυγε από το LIGO, για να ηγηθεί της κατασκευής του Διεθνούς Γραμμικού Επιταχυντή (ILC). Ο Barish αντικαταστάθηκε από δύο άκρως ικανούς διεθυντές, αρχικά τον Jay Marx και αργότερα τον David Reitze. Οι τέσσερις διεθυντές μας και ιδιαίτερα ο Barish έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην επιτυχία του LIGO.

Επιπλέον, η συνεργασία με το VIRGO ήταν κρίσιμη και είναι πολύ σημαντική για το μέλλον του πειράματος. Οι δύο ερευνητικές ομάδες συνεργάζονται σε όλα τα θέματα της ανάλυσης των δεδομένων για την έρευνα και ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων στα δεδομένα του LIGO. Η συνεργασία αυτή θα επεκταθεί στο μέλλον, όταν ο εξελιγμένος ανιχνευτής VIRGO (advanced VIRGO) και οι ανιχνευτές KAGRA στην Ιαπωνία και LIGO India στην Ινδία θα συμμετέχουν στις έρευνές μας.

Τέλος, πρέπει να τονίσω ότι η ανακάλυψη βαρυτικών κυμάτων απ’ τα εξελιγμένα συμβολόμετρα δέυτερης γενιάς του LIGO είναι ένα επίτευγμα που ανήκει σε παραπάνω από 1000 επιστήμονες: τα μέλη των πειραμάτων VIRGO kai LIGO. Για κάποιο λόγο έλαβα παραπάνω ένσημα απ’ όσα αξίζω για την ανακάλυψη αυτή. Συμμετείχα στο πείραμα απ’ την αρχή αλλά όχι στην ανακάλυψη καθεαυτή το 2015. Αυτή ανήκει στη νεότερη γενιά.

–Ποιές είναι οι βασικές πηγές βαρυτικών κυμάτων;

–Οι πηγές που έχουμε παρατηρήσει μέχρι τώρα είναι ζεύγη μαύρων τρυπών που περιστρέφονται η μία γύρω από την άλλη σε ένα σπιράλ μέχρι να συγκρουστούν και τελικά να συγχωνευτούν. Καθώς οι ανιχνευτές LIGO και VIRGO, πλησιάζουν τα όρια ευαισθησίας τους, μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, αναμένουμε να δούμε κύματα βαρύτητας από ζεύγη αστέρων νετρονίων που έχουν την ίδια μοίρα με τις μαύρες τρύπες καθώς περιστρέφονται ο ένας γύρω από τον άλλο μέχρι τη συγχώνευσή τους.

Η συγχώνευση αυτή θεωρείται ως μια ισχυρή πηγή ελκάμψεων ακτίνων γάμμα που παρατηρούμε στο Σύμπαν. Πρόκειται για πολύ βίαια γεγονότα στο σύμπαν μας που μαρτυρούν τη σύγκρουση μαύρων τρυπών ή αστέρων νετρονίων. Σήμερα έχουμε έναν λεπτομερή χάρτη που δείχνει την κατανομή τους σε όλο τον Σύμπαν, η οποία μάλιστα μοιάζει εντυπωσιακά ισότροπη. Ωστόσο δεν κατανοούμε ακριβώς τον μηχανισμό που τις προκαλεί. Μέσω των βαρυτικών κυμάτων θα μπορέσουμε να μελετήσουμε τις «γεννήτριες» αυτών των εκλάμψεων.

Επιπρόσθετα, βαρυτικά κύματα δημιουργούνται και από άλλα βίαια γεγονότα στο Σύμπαν μας. Σκεφτείτε για παράδειγμα πως μια μαύρη τρύπα μπορεί να καταστρέψει ολοκληρωτικά ένα αστέρι νετρονίων που περιστρέφεται γύρω της εκπέμποντας βαρυτικά κύματα. Τέλος, το LIGO και το VIRGO θα αναζητήσουν βαρυτικά κύματα από εκρήξεις υπερκαινοφανών αστέρων αλλά και από τις πρώτες στιγμές του Σύμπαντος μετά την Μεγάλη Έκρηξη

–Τι μπορούμε να περιμένουμε για το εγγύς μέλλον;

–Μέχρι τώρα έχουμε καταγράψει τρείς συγκρούσεις μαύρων τρυπών. Οι παρατηρήσεις μας έγιναν στη διάρκεια τεσσάρων μηνών τον περασμένο χειμώνα με τους δυο ανιχνευτές να λειτουργούν εξαιρετικά καλά για ένα διάστημα δυο μηνών. Επομένως, ουσιαστικά είχαμε περίπου δύο μήνες χρήσιμων δεδομένων, που σημαίνει πως καταγράψαμε μια σύγκρουση ανά μήνα.

Όταν οι ανιχνευτές του LIGO φτάσουν στη μέγιστη ευαισθησία τους, γύρω στο 2019 ή το 2020, θα μπορούν να βλέπουν τρεις φορές περισσότερα γεγονότα στο σύμπαν, καλύπτοντας έναν όγκο 30 φορές μεγαλύτερο από τον σημερινό. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως θα μπορούν να καταγράφουν ένα τέτοιο γεγονός ανά ημέρα και όχι ανά μήνα.

Υπάρχουν σχέδια για ένα πολύ πιο ευαίσθητο συμβολόμετρο που ονομάζεται τηλεσκόπιο Αϊνστάιν στην Ευρώπη ενώ σχεδιάζεται και μια τρίτη και τέταρτη γενιά ανιχνευτών LIGO, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν περαιτέρω την ευαισθησία κατά τρείς ή τέσσερις τάξεις μεγέθους. Αυτό είναι ένα τεράστιο εύρος που εγκαινιάζει το πεδίο της βαρυτικής αστρονομίας. Αναμένουμε ότι το πεδίο θα εξελιχθεί εκπληκτικά γρήγορα, όπως εξελίχθηκαν η ραδιοαστρονομία το 1950-1980 και η αστρονομία ακτίνων Χ το 1960-1990.

Τα βαρυτικά κύματα θα αποτελέσουν ένα σημαντικό εργαλείο για την αστρονομία τις επόμενες δεκαετίες ίσως και αιώνες. Το LISA, εστιάζοντας σε βαρυτικά κύματα με πολύ χαμηλότερες συχνότητες από αυτές που παρατηρεί το LIGΟ/VIRGO, θα μπορέσει να δει συγκρούσεις υπερμεγέθων μαύρων τρυπών και επίσης μικρές μαύρες τρύπες που συγχωνεύονται η μια με την άλλη. Kαθώς κάθε μαύρη τρύπα περιστρέφεται γύρω από τον τεράστιο σύντροφό της δημιουργείι πολύπλοκα βαρυτικά κύματα. Αυτά τα κύματα μεταφέρουν ένα λεπτομερή χάρτη της γεωμετρίας του χωροχρόνου γύρω από την υπερμεγέθη μαύρη τρύπα. Με το LISA, θα κατασκευάσουμε λεπτομερείς χάρτες των μαύρων τρυπών, παρόμοιους με τους χάρτες που έχουμε σήμερα για την επιφάνεια της γης, του φεγγαριού και του Άρη.

Το LISA είναι το ιδανικό εργαλείο για την παρατήρηση των βαρυτικών κυμάτων που δημιουργήθηκαν όταν το σύμπαν ήταν ηλικίας περίπου 10^-12 δευτερολέπτων και για να μελετήσουμε την ψύξη του πυροδότησε την ηλεκτρασθενή μετάβαση φάσης που οδήγησε στην αποσύνδεση της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης από την ασθενή πυρηνική. Είναι πιθανό ότι αυτή η μετάβαση φάσης ήταν πρώτης τάξης, πράγμα που σημαίνει ότι η ηλεκτρομαγνητική δύναμη γεννήθηκε σε φυσαλίδες, όπως τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται από υδρατμούς. Σύμφωνα με τη θεωρία, όταν σχηματίζονται φυσαλίδες με την ηλεκτρομαγνητική δύναμη στο εσωτερικό αλλά όχι το εξωτερικό, διαστέλονται με την ταχύτητα του φωτός και συγκρουόμενες μεταξύ τους παράγουν κύματα βαρύτητας. Αυτά τα κύματα μετατοπίζονται σε μεγαλύτερα μήκη κύματος καθώς το σύμπαν διαστέλεται και σήμερα πρέπει να βρίσκονται στη ζώνη ευαισθησίας του LISA. Είναι ένα ρεαλιστικό όνειρο ότι, θα μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε τη γέννηση της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης, μιας από τις τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις στη φύση.

–Πιστεύετε ότι η έρευνα στον τομέα των βαρυτικών κυμάτων θα μας βοηθήσει να απαντήσουμε και άλλες ανοιχτές ερωτήσεις, όπως για παράδειγμα την ύπαρξη σκοτεινής ύλης;

–Πράγματι, η ύπαρξη της σκοτεινής ύλης προκύπτει από τη βαρυτική της επίδραση στους γαλαξίες. Η Lisa Randall, πρότεινε πως ενδεχομένως να υπάρχουν διαφορετικοί τύποι σκοτεινής ύλης, ορισμένοι εκ των οποίων αλληλεπιδρούν όχι μόνο βαρυτικά αλλά και μέσω της ισχυρής πυρηνικής δύναμης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη δημιουργία συμπαγών αντικειμένων, φτιαγμένων αποκλειστικά από σκοτεινή ύλη όπως ένα αστέρι σκοτεινής ύλης.

Εάν υπάρχουν στο Σύμπαν μας, αντικείμενα σκοτεινής ύλης, θα εκπέμπουν βαρυτικά κύματα όπως ακριβώς και οι αστέρες νετρονίων στους οποίους αναφερθήκαμε. Ωστόσο, ένας αστρονόμο δεν θα μπορούσε να διαχωρίσει μια μαύρη τρύπα από σκοτεινή ύλη από μια άλλη που προέρχεται από συνηθισμένη ύλη. Δεν είναι τόσο σαφές σε αυτό το στάδιο πώς μπορούμε να αναζητήσουμε τα βαρυτικά κύματα ενός αντικειμένου σκοτεινής ύλης από αυτά που εκπέμπει ένα αστέρι φτιαγμένο από την ύλη που όλοι γνωρίζουμε. Είναι πολύ πιθανό πως μέσα στις επόμενες δυο ή τρεις δεκαετίες θα βρούμε τρόπους για να εξερευνήσουμε αυτή την ευκαιρία.

Νομίζω, πως τα βαρυτικά κύματα είναι ένα ιδανικό εργαλείο για να εξερευνήσουμε τη γέννηση του Σύμπαντος. Είναι η μόνη μορφή ακτινοβολίας που διεισδύει μέσα από την ύλη τόσο αποτελεσματικά ώστε, αν έχουν παραχθεί στο Big Bang, ακόμη ταξιδεύουν, έχοντας διαπεράσει την εξαιρετικά πυκνή και θερμή ύλη του πρώιμου σύμπαντος. Από την άλλη, τα βαρυτικά κύματα θα έχουν ενισχυθεί από την εξαιρετικά ταχεία, πληθωριστική επέκταση του σύμπαντος στις πολύ πρώτες στιγμές του. Επομένως, εάν καταφέρουμε να παρατηρήσουμε αυτά τα αρχέγονα κύματα βαρύτητας, όπως συνήθως ονομάζονται, θα φέρουν πληροφορίες τόσο για όσα συνέβησαν κατά το Big Bang όσο και στην εποχή του πληθωρισμού.

Η συμβατική θεωρία λέει πως ό,τι βγήκε από το Big Bang δεν ήταν τίποτε άλλο παρά διακυμάνσεις του κενού. Εάν συνέβη αυτό, τότε στη διάρκεια του πληθωρισμού η μορφή των βαρυτικών κυμάτων είναι τέτοια που θα πρέπει να μπορούμε να τα ανιχνεύσουμε στην πόλωση της μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου και επίσης να τα παρατηρήσει ένας πιθανός διάδοχος του LISA, το λεγόμενο Παρατηρητήριο της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang Observatory). Εάν κάτι ισχυρότερο σε σχέση με τις διακυμάνσεις κενού προήλθε από τη Μεγάλη Έκρηξη, τότε θα παρατηρήσουμε και κάτι ισχυρότερο μετά την πληθωριστική φάση του σύμπαντος.

–Δεδομένης της συμμετοχής σας στη δημιουργία της ταινίας Interstellar, ποια είναι η προσωπική ανταμοιβή που λαμβάνετε από την επικοινωνία της επιστήμης;

–Νομίζω πως η μεγάλη ανταμοιβή – για κάθε επιστήμονα που ενδιαφέρεται για αυτά τα ζητήματα – είναι η χαρά της συνεργασίας με λαμπρά μυαλά και δημιουργικούς ανθρώπους από διαφορετικούς χώρους. Ήταν θαυμάσια η συνεργασία που είχα στη δημιουργία του Interstellar με τον Κρίστοφερ και τον Τζόναθαν Νόλαν, με την ομάδα οπτικών εφέ του Πωλ Φράνκλιν και νωρίτερα με τον Στήβεν Σπίλμπεργκ και την Λίντα Ομπστ. Η συζητήσεις σχετικά με την επιστήμη και τα ερωτήματα που προσπαθούμε να απαντήσουμε με την έρευνά μας ήταν μια μοναδική διαδικασία.

Σήμερα έχω πολλές διαφορετικές συνεργασίες: εκ των οποίων μια αφορά και μια δεύτερη ταινία. Επιπλέον συνεργάζομαι για την ανάπτυξη ενός multimedia project που θα αφορά τις πηγές βαρυτικών κυμάτων με τους Χανς Ζίμερ και Πωλ Φράνκμαν, οι οποίοι δημιούργησαν τη μουσική και τα οπτικά εφέ για το Interstellar. Τέλος, δουλεύω μαζί με την καθηγήτρια τέχνης στο Πανεπιστήμιο Chapman, Lia Halloran για ένα βιβλίο με τους πίνακές της και την ποίησή μου για την στρεβλωμένη πλευρά του σύμπαντος.

Μεγαλύτερη όμως ανταμοιβή ήταν το γεγονός πως μέσω του Interstellar καταφέραμε να αυξήσουμε το ενδιαφέρον για την επιστήμη ενός ευρύτερου κοινού και ειδικότερα νέων ανθρώπων. Μέσα από την ταινία, περάσαμε σε 100 εκατομμύρια ανθρώπους το μήνυμα για την ομορφιά και τη δύναμη της επιστήμης. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, εκτός από μια ταινία block-buster όπως το Interstellar, για έναν καθηγητή όπως εγώ να επικοινωνήσει με ένα τόσο μεγάλο κοινό. Και για εκείνους τους μη επιστήμονες που εμπνεύστηκαν από την επιστήμη του Interstellar, έγραψα ένα βιβλίο, την «Επιστήμη του Interstellar», για να τους διδάξω τις λεπτομέρειες της επιστήμης που είδαν να αναπαρίσταται με τόσο επιβλητικό τρόπο στην μεγάλη οθόνη. Η ενθουσιώδης ανταπόκριση των νέων στο βιβλίο μου ήταν υπέροχη.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ –www.kathimerini.gr