Ποιος ήταν τελικά ο Νικολά Μπουρμπακί;

Posted on 07/07/2013

2


Ο Νικόλαος Βούρβαχης, γαλλιστί Νικολά Μπουρμπακί (Nicolas Bourbaki), υπήρξε ίσως «ο μεγαλύτερος γάλλος μαθηματικός του 20ου αιώνα»

Στα βιβλία και τις δημοσιεύσεις του, αξιωματικοποιεί τα μαθηματικά, δίνει τεράστια έμφαση στη δομή και στην ακρίβεια και εισάγει νέους συμβολισμούς, επηρεάζοντας όσο κανείς άλλος τους μαθηματικούς του 20ου αιώνα (και όχι μόνον αυτούς…)

Bourbaki,_Theorie_des_ensembles_maitrierΌμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και ας δούμε πρώτα, ποια ήταν η σχέση του με την Ελλάδα, γιατί όπως θα καταλάβατε εκτός των άλλων, ο Νικολά Μπουρμπακί ήταν Έλληνας !

Συναντάμε τον Μπουρμπακί ως Μπούρμπαχη, στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Ευκαιρία λοιπόν να διαβάσουμε και λίγο ιστορία:

«… Ο Μεταξάς, ο Κολοκοτρώνης, ο Υψηλάντης κι’ άλλοι είχαν κάμη δική τους κομπανία. Είχε έρθη κι ένας αξιωματικός από την Γαλλία, γενναίος άντρας και καλός άνθρωπος, τον έλεγαν Μπούρμπαχη, ήταν Κεφαλλωνίτης και συγγενής του Μεταξά• ήταν κολονέλος είς την Γαλλία. Αφού άκουσε την λευτεριά της πατρίδας του, ήρθε ν’ αγωνισθεί απαθής πατριωτικώς πήγε να’ βρη τους συγγενείς και τους πατριώτες του•
ηύρε και τον κόντε Μεταξά και τους συντρόφους τους.
Τον οδηγούν και πλερώνει εξ ιδίων του και συνάζει χίλιους ανθρώπους, σκυλιά του χασαπιού, ανθρώπους του Αναπλιού, των μπιλλιάρδων, της φατρίας τους κωλόπανα.
Αφού τον συβούλεψαν αυτείνοι τον αθώον πατριώτη, τον οδηγούν να πάγη εις τον Καραϊσκάκη, όπου ήταν οι περισσότεροι ξυπόλυτοι εις το ορδί τους τα χασάπικα σκυλιά, οπού πολεμούσαν οι περισσότεροι από αυτούς μέσα τ’ Ανάπλι με τις άτιμες γυναίκες, και ύστερα αυτείνοι να πάνε εις τους γυμνούς και νηστικούς, να παίρνουν ταχτικώς το ταΐνι τους, τα μακαρόνια τους κι’ άλλο τους φαγί και τον μιστόν τους, κ’ εκείνοι οπού αγωνίζονταν εις τα χιόνια νηστικοί να λέπουν τα χασάπικα σκυλιά του Αναπλιού να τρώνε και να πλερώνονται – ήθα σκοτώσουν αυτούς, ή ήθα γένη μια φατρία να διαλυθούν.
Αυτά ο αγαθός Μπούρμπαχης δεν τα ‘ξερε (…)
Ο Μπούρμπαχης με τους στρατιώτες του βγήκε εις το Λουτράκι της Κόρθος. Μ’ έστειλε η Διοίκηση και πήγα και του μίλησα όλα αυτά. Και τότε κατάλαβε ο αθώος πατριώτης και πήγε εις τα Μέγαρα, οπού πήγαν και οι άλλοι (…)
Τότε κάνομεν ένα σκέδιον να βγούμεν συνχρόνως εις τα πόστα της Αθήνας αναντίον των Τούρκων• ο Βάσιος, ο Παναγιώτης Νοταράς, ο Μπούρμπαχης και οι Ντερβενοχωρίτες να πάνε να πιάσουνε από βραδύς την Χασιά, να ταμπουρωθούν – είναι η θέση γερή – να πάγη οχτρός εκεί να τον πολεμήσουν. (Ήταν ως τρεις χιλιάδες ασκέρι). Το ταχτικό, ο Νοταράς ο Γιάννης κ’ εγώ ως χιλιοχτακόσιοι άνθρωποι να βγούμεν εις τον Πειραιά τα μεσάνυχτα.
Πήγαμεν• με διορίζει ο Γκόρδον με το σώμα μου να πρωτοβγώ ομπρός εγώ στη θέση του Φαληρέως. Ράξαμεν εις το Πασιά – Λιμάνι. Πρωτοβγήκα με δυο φελούκες• το είχαν πιασμένο οι Τούρκοι. Πολεμήσαμεν μ’ εκείνους καλά• λαβώθηκαν από ‘μας καμπόσοι. Ήρθαν κι’ άλλες δυο φελούκες μ’ ανθρώπους μου και τότε πολεμήσαμεν γενναίως τους Τούρκους, μας πολέμησαν κι’ αυτείνοι παληκαρίσια, και τους τζκίσαμεν και τους πήγαμεν κυνηγώντα ως το μοναστήρι εις τον Άγιον Σπυρίδωνα, εις τον Δράκον. Τότε γυρίσαμε οπίσου• βήκαν κι’ από τ’ άλλα σώματα• βγάλαμεν εκέινη την νύχτα ως δεκαπέντε κανόνια, μικρά μεγάλα, και γρανέτες και φκειάσαμεν και τα ταμπούρια δια νυχτός και τις θέσες των κανονιών• κι’ όσο να φέξη ευρέθηκαν όλα έτοιμα. Μεθάγαμεν δουλεύοντας. Όσοι έρχονταν δεν έλπιζαν ότι εμείς να φκειάσουμεν όλα αυτά εκείνη τη νύχτα.
Την αυγή μας βλέπουν οι Τούρκοι έτοιμους και χαζίρικους. Ο Βάσιος και οι άλλοι όλοι δεν πήγαν εις την Χασιά καθώς είχαμεν ομιλίαν, αλλά σηκώθηκαν του κεφαλιού τους και πήγαν σ’ ένα χωριόν, Καματερόν το λένε, μιαν ώρα από την Αθήνα. Πήγαν και πιάσαν μια θέση αδύνατη• κι’ αυτό το λάθος το ‘καμεν ο Βάσιος• ότι αυτός γνώριζε τον τόπον της Αθήνας, αγωνίζονταν τόσον καιρόν σε αυτά τα μέρη. Πριν πιάσουν θέσες και να ταμπουρωθούν καλά – κάμαν ένα ταμπούρι τυφλό – τους πέσαν οι Τούρκοι απάνου τους και τους χάλασαν• και σκότωσαν περίτου από τρακόσιους πενήντα Έλληνες• και τους ρίξαν εις φυγή.
Και σκοτώθη κι’ ο αγαθός Μπούρμπαχης κι άλλοι δυο συνάδελφοί του φιλέλληνες.
‘Ολοι διαλύθηκαν κακώς-κακού. Ο Βάσιος έμεινε εις την Ελεψίνα, ότι οι περισσότεροί του άνθρωποι ήταν Ντερβενοχωρίτες. Τότε πήρε τα κεφάλια αυτεινών ο Κιτάγιας και τα πήγε εις την Αθήνα και τα ‘δειξε των πολιορκημένων και τους είπε να προσκυνήσουνε δια-να σωθούνε αυτείνοι και να μην πάρουν κ’ εμάς εις τον λαιμό τους, οπού ήμαστε εις τον Φαληρέα….»

Διονύσιος Βούρβαχης (Denis Bourbaki)

Διονύσιος Βούρβαχης (Denis Bourbaki)

Ο Μπούρμπαχης που αναφέρει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά τους είναι ο Διονύσιος Βούρβαχης (Denis Bourbaki 1787 – 1827), συνταγματάρχης του γαλλικού στρατού.
Έλαβε μέρος στους Ναπολεόντειους πολέμους και διακρίθηκε σε μάχες στην Ισπανία και τη Γερμανία.
Με την αποχώρηση του Ναπολέοντα στη νήσο Έλβα παραιτήθηκε από τις τάξεις του στρατεύματος.
Όταν επέστρεψε στην εξουσία ο Ναπολέων, ανέλαβε ξανά υπηρεσία. Παραιτήθηκε για δεύτερη φορά όταν ο Ναπολέων ηττήθηκε στο Βατερλώ. Μετά την επανάσταση του 1821 ήρθε στην Ελλάδα, και όπως είδαμε στην περιγραφή του Μακρυγιάννη, σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον του Κιουταχή στο Καματερό της Αττικής, στις 27 Ιανουαρίου 1827 (Λέγεται ότι ο Κιουταχής έστειλε το κεφάλι του και το ξίφος του στο σουλτάνο, για να του δείξει ότι νικάει Γάλλους στρατηγούς).

Ο Κάρολος Βούρβαχης (Charles Bourbaki 1816 – 1897) ήταν ο γιός του ήρωα της ελληνικής επανάστασης Διονυσίου Βούρβαχη.
Υπηρέτησε κι αυτός στον γαλλικό στρατό φτάνοντας στον βαθμό του στρατηγού. Αποφοίτησε από την στρατιωτική σχολή École Spéciale Militaire και κατατάχθηκε στη Λεγεώνα των Ξένων στην Αλγερία, όπου διακρίθηκε σε πολλές μάχες. Αργότερα έλαβε μέρος στον Κριμαϊκό πόλεμο από το 1854 έως 1856 και στην Ιταλική εκστρατεία του 1859.
Το 1862 και ενώ έφτασε να γίνει γενικός επιθεωρητής όλων των γαλλικών δυνάμεων πεζικού του προτάθηκε να γίνει βασιλιάς της Ελλάδας, αλλά εκείνος αρνήθηκε.
Έλαβε μέρος στον γαλλο – πρωσικό πόλεμο κατά την διάρκεια του οποίου καταδιωκόμενος από τους Πρώσους πέρασε με το στράτευμά του στην Ελβετία, όπου συνελήφθη από τους Ελβετούς.
Στις αρχές του 1871 ο Kάρολος Βούρβαχης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, αλλά τελικά επιβίωσε.
Επέστρεψε στη Λυών και ανέλαβε την στρατιωτική της διοίκηση.
Αναμείχθηκε με την πολιτική και απέτυχε να εκλεγεί γερουσιαστής στις εκλογές του 1885. Στη συνέχεια αποσύρθηκε στην έπαυλή του, στην Μπαγιόν, όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής του.

 Κάρολος Βούρβαχης (Charles Bourbaki

Κάρολος Βούρβαχης (Charles Bourbaki)

Η Γαλλία όμως δεν ξέχασε τον στρατηγό Kάρολο Βούρβαχη του Διονυσίου (Charles Denis Bourbaki) και προς τιμήν του η φιγούρα του διατηρήθηκε σε πορτρέτα και αγάλματα και το όνομά του δόθηκε σε δρόμους.

Και έτσι αρχίζει η μαθηματική του σταδιοδρομία.

Το 1923, ο Ραούλ Χάσον, ένας τριτοετής φοιτητής μαθηματικών της École Normale Supérieure που διάβαζε ιστορία, ήξερε για τον στρατηγό Μπουρμπακί. Υπήρχε μια παράδοση στη σχολή. Κάθε χρόνο οι τριτοετείς φοιτητές έκαναν μια φάρσα στους ανυποψίαστους ψαρωμένους πρωτοετείς.
Ο Χάσον μπήκε σε μια αίθουσα που ήταν γεμάτη από πρωτοετείς, φορώντας μια στολή και μια ψεύτικη γενειάδα, γράφοντας στον πίνακα:

Θεώρημα Μπουρμπακί
Να αποδείξετε ότι ….

Κανείς από τους πρωτοετείς δεν κατανοούσε τα γραφόμενα και προφανώς δεν μπορούσε να αποδείξει το «Θεώρημα Μπουρμπακί».

Αυτή ήταν μάλλον η πρώτη εμφάνιση του Μπουρμπακί στον κόσμο των μαθηματικών.

Στην ίδια χρονική περίοδο οι φοιτητές πραγματοποίησαν και μια δεύτερη φάρσα που αυτή τη φορά στόχευε τους ανυποψίαστους περαστικούς της λεωφόρου Μονπαρνάς του Παρισιού.
Ανακοίνωσαν πως ο πρωθυπουργός της Πολδεβίας (!) θα πραγματοποιούσε ομιλία στη λεωφόρο Μοντπαρνάς.
Ο φοιτητής που θα παρουσίαζε τον πρωθυπουργό του ανύπαρκτου κράτους της Πολδεβίας περιέγραψε με τα μελανότερα χρώματα την οικονομική κατάσταση της χώρας και παρότρυνε τον κόσμο να προσφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Παρουσιάζοντας τον «πρωθυπουργό» ενημέρωσε τον κόσμο πως η Πολδεβία ήταν τόσο φτωχή χώρα που οι πολίτες τους δεν έχουν χρήματα ούτε για να αγοράσουν ένα παντελόνι. Και ο «πρωθυπουργός της Πολδεβίας», ένας άλλος φοιτητής που συμμετείχε στη φάρσα, ανέβηκε στο βάθρο φορώντας μόνο τα εσώρουχά του …

Ο μαθηματικός Αντρέ Βέιλ (André Weil 1906 – 1998) ήταν ένας από της φοιτητές της Εκόλ Νορμάλ όταν ο Ραούλ Χάσον παρουσίασε στους πρωτοετείς το «θεώρημα του Μπορμπακί» και γνώριζε επίσης τι είχε συμβεί στη λεωφόρο Μονπαρνές με τον «πρωθυπουργό της Πολδεβίας», γεγονότα που παρέμειναν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του.

Το 1930 πρότεινε σε έναν νεαρό ινδό μαθηματικό, τον Ντ. Κοσάμπι, να γράψει ένα φανταστικό άρθρο, το οποίο θα ασκούσε κριτική στο έργο ενός φανταστικού μαθηματικού ονόματι Μπουρμπακί, μέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Πολδεβίας.
Έτσι προέκυψε το άρθρο με τίτλο «Περί της Γενίκευσης του Δεύτερου Θεωρήματος του Μπουρμπακί», ένα εντελώς μυθοπλαστικό έργο μαθηματικών, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Δελτίο της Ακαδημίας Επιστημών των Επαρχιών της Άγκρα του Ουντ Αλαχαμπάντ. Ο Κοσάγκι απέδωσε το θεώρημα στον ελάχιστα γνωστό Ρώσο μαθηματικό Ντ. Μπουρμπακί, ο οποίος είχε δηλητηριαστεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Αυτή μάλλον είναι και η πρώτη δημοσίευση που αποδίδεται στον Μπουρμπακί. Τελικά το Ντ. θα αντικαθίστατο από το «Νικολά» και η Ρωσία από την Πολδεβία.

Όμως η πραγματική εμφάνιση του Νικολά Μπουρμπακί θα γινόταν στις 10 Δεκεμβρίου του 1934.

Ο Αντρέ Βέιλ οργάνωσε μια συνάντηση στο Καφέ Ψητοπωλέιο Α. Capoulade, στη λεωφόρο Σεν Μισέλ.
Στο υπόγειο αυτής της καφετέρειας συναντήθηκαν οι νεαροί μαθηματικοί Ανρι Καρτάν (Henri Cartan), Κλωντ Σεβαλιέ (Claude Chevalley) , Ζαν Ντελσάρτ (Jean Delsarte) , Ζαν Ντιεντονέ (Jean Dieudonné), Ρενέ ντε Ποσέλ (René de Possel)  και Αντρέ Βέιλ.
Αντιπροσώπευαν διάφορα πανεπιστήμια της Γαλλίας και έτυχε να βρίσκονται στην πρωτεύουσα για ένα μαθηματικό συνέδριο στο Ινστιτούτο Πουανκαρέ.

Αυτή η ομάδα, συλλογικώς, θα γινόταν ο Νικολά Μπουρμπακί.

Ο Νικολά Μπουρμπακί δεν υπήρξε ποτέ ένα συγκεκριμένο άτομο, παρότι κάποτε υπήρξε ένας Γάλλος στρατηγός, ελληνικής καταγωγής, με το όνομα Μπουρμπακί.

Οι παραπάνω έξι νεαροί μαθηματικοί που συναντήθηκαν στο Παρίσι, αλλά και άλλοι που θα προσχωρούσαν αργότερα στην ομάδα – ενώ κάποιοι θα αποχωρούσαν – θα συνέχιζαν κατά κάποιο τρόπο τις φάρσες των φοιτητών του Παρισιού, επινοώντας ένα άτομο και ιδρύοντας μια μυστική εταιρεία.

Αργότερα ο Μπουρμπακί απέκτησε και μια αδελφή – στην πραγματικότητα επρόκειτο για την αδελφή του Αντρέ Βέιλ, την φιλόσοφο Σιμόν Βέιλ (Simone Weil)  – και όταν αμφισβητήθηκε η ύπαρξή του από τον Ραλφ Μπόας, συντάκτη του Mathematical Reviews, έλαβε μια επιστολή με την υπογραφή του Νικολά Μπουρμπακί που ξεκινούσε ως εξής:
«Άθλιο σκουλήκι, πως τολμάς να λες ότι δεν υπάρχω;» ….
(συνεχίζεται)

Πηγές: «Ο καλλιτέχνης και ο μαθηματικός, Η ιστορία του Νικολάου Βούρβαχη της μαθηματικής ιδιοφυίας που … δεν υπήρξε ποτέ (΄;)», Amir D. Aczel , εκδόσεις Ενάλιος. – en.wikipedia.org