Υπερντετερμινισμός και υπερφωτεινές ταχύτητες

Το θεώρημα του Bell και η πειραματική του επιβεβαίωση από τον Alain Aspect, έβαλε οριστική ταφόπλακα σε κάθε θεωρία κρυμμένων μεταβλητών στην Κβαντική Φυσική; Όχι, ακριβώς. Υπάρχει μια μικρή μειοψηφία αιρετικών φυσικών που αντιστέκεται, διατυμπανίζοντας ότι το θεώρημα απλά απέκλεισε μόνο μία συγκεκριμένη κατηγορία αυτών των θεωριών.

Η καθιερωμένη κβαντομηχανική υποστηρίζει ότι ο μικρόκοσμος είναι θεμελιωδώς τυχαίος. Η θεωρία των κρυμμένων μεταβλητών λέει το αντίθετο: Δεν υπάρχει καμία τύχη στο σύμπαν. Τα σωματίδια έχουν απολύτως καθορισμένες ιδιότητες ανά πάσα στιγμή, ανεξάρτητα από το αν τα παρατηρούμε ή όχι. Ο μόνος λόγος που τα πράγματα μας φαίνονται «τυχαία» και υπολογίζουμε τις κβαντομηχανικές πιθανότητες, είναι επειδή οι πειραματικές μας διατάξεις και οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς. Υπάρχουν κάποιοι μηχανισμοί ή ιδιότητες της φύσης (οι «κρυμμένες μεταβλητές») που δρουν στο παρασκήνιο και εμείς απλώς δεν έχουμε βρει τον τρόπο να τις μετρήσουμε. Αν τις ξέραμε, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε την συμπεριφορά κάθε σωματιδίου με απόλυτη ακρίβεια.

Ο John Stewart Bell το 1964 απέδειξε μαθηματικά ότι δεν μπορεί να υπάρξει θεωρία κρυμμένων μεταβλητών, εφόσον ικανοποιούνται ταυτόχρονα οι παρακάτω προϋποθέσεις:
(α) Όταν κάνουμε μια μέτρηση, παίρνουμε ένα και μοναδικό αποτέλεσμα. Από την παραβίαση αυτής της προϋπόθεσης προκύπτει η θεωρία των πολλών κόσμων του Everrett, μια θεωρία που αντί για κρυμμένες μεταβλητές διαθέτει κρυμμένα σύμπαντα.
(β) Μια πληροφορία ή αλληλεπίδραση δεν μπορεί να διαδοθεί γρηγορότερα από την ταχύτητα του φωτός. Παραβιάζοντας αυτή την προϋπόθεση, στην ουσία απορρίπτουμε την τοπικότητα και δεχόμαστε πως υπάρχουν κρυμμένες μεταβλητές που επικοινωνούν μεταξύ τους ακαριαία, οπότε το θεώρημα του Bell δεν έχει καμία ισχύ. Σ’ αυτό βασίζεται η θεωρία de Broglie-Bohm.
(γ) Ο φυσικός που κάνει το πείραμα είναι απόλυτα ελεύθερος να διαλέξει τι θα μετρήσει και αυτή του η επιλογή είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις ιδιότητες των σωματιδίων που μετράει. Παραβιάζοντας την τρίτη προϋπόθεση απορρίπτουμε την «ελεύθερη επιλογή» και έτσι προκύπτει η θεωρία του υπερντετερμινισμού, η πιο ακραία θεωρία κρυμμένων μεταβλητών.

Ο υπερντετερμινισμός επιχειρεί να εξηγήσει τον κόσμο επιστρέφοντας στη λογική της κλασικής φυσικής, την απόλυτη αιτιότητα ότι κάθε αποτέλεσμα έχει μια συγκεκριμένη αιτία. Θεωρεί ότι τα πάντα στο σύμπαν είναι απολύτως προδιαγεγραμμένα, ακόμα και οι επιλογές των ίδιων των επιστημόνων. Σε ένα κλασικό πείραμα κβαντικής φυσικής, ο φυσικός πιστεύει ότι επιλέγει ελεύθερα, ανεξάρτητα και τυχαία πώς θα ρυθμίσει το μηχάνημά του για να εκτελέσει την μέτρησή του. Ο υπερντετερμινισμός μας λέει ότι δεν υπάρχει στατιστική ανεξαρτησία. Το τι θα επιλέξει να μετρήσει ο φυσικός, καθώς και η κατάσταση του συστήματος που πρόκειται να μετρηθεί, έχουν καθοριστεί από μια κοινή αιτία στο βαθύ παρελθόν, ίσως από την εποχή της Μεγάλης Έκρηξης. Το σύμπαν μοιάζει με ένα γιγάντιο, τέλεια συγχρονισμένο ρολόι, όπου τα πάντα είναι αλληλένδετα.

Έτσι, απορρίπτοντας την ελεύθερη βούληση του παρατηρητή, ο πειραματιστής είναι «καταδικασμένος» από τους νόμους της φυσικής να ρυθμίσει τον ανιχνευτή του σε μια συγκεκριμένη γωνία, οπότε το θεώρημα του Bell δεν ισχύει. Για τους οπαδούς του υπερντετερμινισμού το «παιχνίδι είναι εντελώς στημένο».

Κι αυτό αναδεικνύεται για παράδειγμα στην διαφορετική ερμηνεία του φαινομένου της κβαντικής σύμπλεξης μεταξύ δυο σωματιδίων. Σύμφωνα με την καθιερωμένη κβαντομηχανική όταν οι φυσικοί μετρούν το ένα σωματίδιο του ζεύγους συν-πλεκομένων σωματιδίων, το άλλο φαίνεται να γνωρίζει ακαριαία το αποτέλεσμα. Οι αιρετικοί φυσικοί, όπως και ο ίδιος ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, απορρίπτουν μια τέτοια ακαριαία δράση από απόσταση μεταξύ των σωματιδίων (υπενθυμίζεται ότι, παρότι φαίνεται να παραβιάζεται το όριο ταχύτητας του φωτός της σχετικότητας, αποδεικνύεται ότι δεν μπορούμε να στείλουμε σήματα με υπερφωτεινές ταχύτητες εκμεταλλευόμενοι αυτή την ακαριαία δράση από απόσταση). Οι οπαδοί του υπερντετερμινισμού βλέπουν την κβαντική σύμπλεξη ως εξής: Θεωρούν ότι τα συνπλεκόμενα σωματίδια σαν ένα ζευγάρι παπούτσια (ένα αριστερό και ένα δεξί), που βάζουμε τυχαία σε δυο κουτιά τα οποία απομακρύνονται σε αυθαίρετα μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Έτσι, όταν ανοίξουμε το ένα από τα δύο, υπάρχει πιθανότητα 50% να δούμε το «δεξί» ή το «αριστερό» παπούτσι. Έστω ότι παρατηρούμε το «δεξί» παπούτσι, τότε είναι απολύτως βέβαιο ότι στο άλλο κουτί βρίσκεται αριστερό. Δεν ταξίδεψε καμία πληροφορία μεταξύ τους την στιγμή που ανοίξαμε το κουτί μας. Απλώς αποκτήσαμε μια γνώση. Η συμβατική κβαντομηχανική υποστηρίζει ότι η κατάσταση των σωματιδίων είναι «θολή» (σε υπέρθεση) μέχρι να τα μετρήσουμε, και η μέτρηση τα αναγκάζει να «καταρρεύσουν» σε μια σταθερή κατάσταση. Αντίθετα, στον υπερντετερμινισμό η κατάσταση των σωματιδίων ήταν καθορισμένη από την αρχή, απλώς εμείς δεν γνωρίζαμε τις «κρυφές» παραμέτρους.

Με λίγα λόγια, ο υπερντετερμινισμός για να αποφύγει την «στοιχειωμένη δράση από απόσταση» που απεχθανόταν ο Αϊνστάιν, θυσιάζει την ελεύθερη βούληση του παρατηρητή.

Όμως, είναι δυνατό να είναι κανείς θιασώτης του υπερντετερμινισμού, μια θεωρία που φτιάχτηκε για να αποκλείσει την ακαριαία δράση, και ταυτόχρονα να υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας μπορούμε να πετύχουμε επικοινωνία με υπερφωτεινές ταχύτητες; Φαίνεται πως είναι. Για παράδειγμα, η φυσικός Sabine Hossenfelder, στο βίντεο που ακολουθεί επιχειρεί να μας πείσει ότι μπορούμε να επικοινωνούμε με υπερφωτεινές ταχύτητες. Αρχικά, εξηγεί ότι αν κάτι κινηθεί με ταχύτητες μεγαλύτερες του φωτός δεν θα μπορούσε να πάει πίσω στο χρόνο, δεδομένου ότι δεχόμαστε ένα αναμφισβήτητο βέλος του χρόνου στο σύμπαν που εισάγει μια χρονική σειρά και μας λέει τι σημαίνει «εμπρός στον χρόνο». Έτσι ακόμα κι αν μπορούσαμε να στείλουμε σήματα γρηγορότερα από το φως, θα μπορούσαμε να τα στείλουμε μόνο προς τα εμπρός στον χρόνο και ποτέ προς τα πίσω. Οπότε δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε βρόχους στον χρόνο και δεν προκύπτουν προβλήματα αιτιότητας. Επιπλέον δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα με την θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, αφού η σχετικότητα μπορεί να διατυπωθεί χωρίς καμία αναφορά στην ταχύτητα του φωτός.

Στη συνέχεια, προτάσσει την προαναφερθείσα θεωρία του υπερντετερμινισμού, θεωρώντας ότι η σημερινή κβαντική φυσική δεν είναι η απόλυτη αλήθεια, αλλά απλώς ένας «μέσος όρος» μιας βαθύτερης, στατιστικής συμπεριφοράς του σύμπαντος. Έτσι, αν βρούμε αυτό το βαθύτερο επίπεδο και εκμεταλλευτούμε τις στατιστικές «αποκλίσεις», τότε θα μπορούσαμε να ελέγξουμε τα σωματίδια με τρόπο … που να επιτρέπει την αποστολή σημάτων πιο γρήγορα από το φως. Και προβλέπει ότι στην επόμενη δεκαετία η Τεχνητή Νοημοσύνη θα βρει στο μέλλον ένα «παραθυράκι» για να στέλνουμε σήματα πιο γρήγορα από το φως, ξεγελώντας τους στατιστικούς μέσους όρους!

Αλλά, το αν θα επικοινωνούμε με υπερφωτεινές ταχύτητες στο πλαίσιο του υπερντετερμισμού είναι το λιγότερο. Το πιο παρανοϊκό με τον υπερντετερμινισμό είναι ότι στην ουσία «ούτε καν επικοινωνούμε». Είμαστε σαν τους ηθοποιούς σε μια κοσμική θεατρική παράσταση που εκτελούν ένα σενάριο που γράφτηκε δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Μετά λοιπόν από αιώνες επιστημονικής έρευνας κάποιοι φυσικοί, μεταξύ αυτών και νομπελίστες όπως ο Gerard ‘t Hooft, ανακαλύπτουν ότι «η μοίρα μας είναι αναπόφευκτη» – κι αν είναι γραφτό, τότε κάποια μέρα μπορεί μέσα από τις εξισώσεις και τις πειραματικές διατάξεις τους να «διαβάσουν την μοίρα μας», όπως κάνουν σήμερα οι αστρολόγοι και οι χαρτορίχτρες.



Κατηγορίες:ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ, ΣΥΜΠΑΝ, ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΦΥΣΙΚΗ, ΧΙΟΥΜΟΡ

Ετικέτες: ,

1 reply

  1. Άρα, ο υπερντετερμινισμός σαν να θεωρεί πως ζούμε σε μία προσομοίωση.

Αφήστε απάντηση στον/στην παράλιος Ακύρωση απάντησης

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.