Η Φυσική των Αρίων

Posted on 22/09/2013

3


Deutsche PhysikΤο 1936 ο Philip Lenard, ομότιμος καθηγητής της φυσικής, δημοσίευσε ένα τετράτομο σύγγραμμα φυσικής, το οποίο έφερε τον τίτλο Deutsche Physik (Γερμανική φυσική).
Στον πρόλογο, ο Lenard επιχειρούσε να δικαιολογήσει τον ασυνήθιστο τίτλο: «”Γερμανική φυσική;” θα ρωτήσετε. – Θα μπορούσα εξίσου καλά να είχα πει άρια φυσική ή φυσική των λαών βόρειου τύπου, φυσική των ερευνητών της πραγματικότητας, των αναζητητών της αλήθειας, ή φυσική εκείνων που έθεσαν τα θεμέλια της επιστημονικής έρευνας. – “Η επιστήμη είναι διεθνής και τέτοια θα παραμείνει εσαεί”, θα θέλατε να αντιπροτείνετε. Ωστόσο, πρόκειται για αντίδραση που ασφαλώς βασίζεται σε πλάνη.
Στην πραγματικότητα, όπως και με καθετί που δημιουργεί ο άνθρωπος, η επιστήμη καθορίζεται από τη φυλή ή από το αίμα […] Έθνη διαφορετικών φυλετικών συνθέσεων ασκούν την επιστήμη με διαφορετικούς τρόπους».

Philipp Lenard (1862 - 20 Μαΐου 1947)

Philipp Lenard (1862 – 1947)
Βραβεύθηκε με το βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 1905 για την έρευνά του σχετικά με τις καθοδικές ακτίνες και την ανακάλυψη πολλών ιδιοτήτων τους. Παρά το γεγονός ότι τα πειραματικά ευρήματα του Lenard οδήγησαν τον Einstein στην κβαντική ερμηνεία του φωτοηλεκτρικού φαινομένου, ο ίδιος δεν την παραδέχθηκε ποτέ.

Η γερμανική ή άρια φυσική, υπέρ της οποίας τασσόταν στο έργο του ο Lenard, είχε τις καταβολές της στις αρχές της δεκαετίας του 1920, όταν ο Lenard και μια ομάδα γερμανών φυσικών της δεξιάς πτέρυγας εξαπέλυσαν επίθεση κατά της θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν και, γενικότερα, κατά της σύγχρονης θεωρητικής φυσικής.
Η άποψη ότι υπήρχαν διαφορετικές μορφές φυσικής, ανάλογα με τη φυλή και την εθνικότητα, συμφωνούσε απόλυτα με την αντιδιεθνιστική ιδεολογία των εθνικοσοσιαλιστών, όπως αυτή εξετίθετο διεξοδικώς στο Mein Kampf (Ο αγών μου) του Χίτλερ και στο Der Mythus des 20. Jahrhunderts (Μύθος του 20ου αιώνα) του Alfred Rosenberg.

Η χαλαρή ομάδα των δεξιών αντισχετικιστών στις αρχές της δεκαετίας του 1920 περιελάμβανε τους Lenard, Stark και Gehrcke ως τα επιφανέστερα μέλη της, και από αυτούς οι δυο νομπελίστες στράφηκαν νωρίς στο ναζιστικό κόμμα.
Μολονότι ο Stark δεν προσχώρησε στο κόμμα παρά το 1930, ενώ ο Lenard μόλις το 1937, είχαν ήδη αφιερωθεί στην υπόθεση του χιτλερισμού πολλά χρόνια νωρίτερα.

Το 1924 συνέγραψαν από κοινού ένα εγκώμιο για τον Χίτλερ και τους συν αυτώ, τους οποίους περιέγραφε ως «δώρα του Θεού από χρόνους παλιούς, όταν οι φυλές ήταν καθαρότερες, οι άνθρωποι μεγαλύτεροι και τα μυαλά λιγότερο πλανεμένα».
Το εν λόγω άρθρο συνέβαλε στον εξοστρακισμό τους από της γερμανική κοινότητα της φυσικής, αλλά μετά το 1933 βρέθηκαν στη δεξιά πλευρά του τραπεζιού της εξουσίας και ήταν έτοιμοι να πάρουν την εκδίκησή τους.

Ενώ ο γηραιός Lenard, ο οποίος είχε αποσυρθεί το 1931, έδρασε κυρίως στο ιδεολογικό μέτωπο, ο νεαρός Stark ανέπτυξε πολιτική δράση και προσπάθησε να θέσει υπό την εξουσία του τους γερμανικούς οργανισμούς φυσικούς.

Johannes Stark

Johannes Stark (1874 -1957)
Το 1919, τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής «για την ανακάλυψη του φαινομένου Doppler στις δέσμες θετικών ιόντων και τον διαχωρισμό των φασματικών γραμμών σε ηλεκτρικά πεδία» (το τελευταίο είναι γνωστό ως φαινόμενο Stark).
Ενώ το 1907 ο Stark έδειχνε εντυπωσιασμένος από τη θεωρία της ειδικής σχετικότητας του Einstein στη συνέχεια έγινε φανατικός αντι – σχετικιστής

Τι ήταν, όμως, αυτή η περίφημη γερμανική φυσική την οποία ο Lenard, ο Stark και οι σύμμαχοί τους κόπτονταν να εγκαταστήσουν στη θέση του κατάπτυστου εβραϊκού κβαντοσχετικιστικού δόγματος;
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να πούμε ότι ουδέποτε διατυπώθηκε με συνεπή ή προγραμματικό τρόπο και στην πραγματικότητα δεν συνιστούσε συνεκτική κοσμοαντίληψη.
Ούτε και έλαβε ποτέ σάρκα και οστά ως επιστημονική πρακτική.
Εκείνο που χαρακτήριζε την άποψη περί άριας φυσικής ήταν μάλλον το σε τι εναντιωνόταν, δηλαδή στη σύγχρονη φυσική με τον περίπλοκο μαθηματικό εξοπλισμό της, την έλλειψη απεικονισιμότητας, τα αντιδιαισθητικά αποτελέσματά της και την απόρριψη της κλασσικής κοσμοεικόνας του Νεύτωνα, του Faraday και του Helmholtz.
Κατά βάση, οι άριοι φυσικοί ήταν αντιμοντέρνοι και ρομαντικοί. Νοσταλγούσαν την επιστροφή σε μια φυσική βασιζόμενοι σε πειράματα και σε μια απλή, κατανοητή θεωρία σε αρμονία με τη διαίσθηση.

Εναντιούμενοι στην εξειδίκευση που είχε κατακερματίσει τη φυσική, τασσόταν υπέρ μιας ολιστικής αντίληψης της φύσης.
Και φυσικά, η άρια φυσική ήταν ήδη από τότε ανοιχτά ρατσιστική, ισχυριζόμενη ότι όλη η σωστή φυσική προερχόταν από Άριους (καίτοι συχνά την έκλεβαν οι Εβραίοι), ενώ οι φυσικοί εβραϊκής καταγωγής διέπρεψαν στην στείρα θεωρητικολογία, χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας αποτελούσε η θεωρία της σχετικότητας.

O Lenard και οι ομοϊδεάτες του πρέσβευαν ότι η φυσική ήταν η αναζήτηση της αλήθειας, και ότι η αλήθεια δεν μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο με πειράματα συνδυαζόμενα με νοητικές εικόνες της πραγματικότητας.
Η σημαντικότερη από αυτές τις εικόνες ήταν ο αιθέρας, για τον οποίο πολλοί άριοι φυσικοί διατείνονταν ότι δεν αποτελούσε απλώς μια εικόνα, αλλά μια πραγματικότητα.
Με έναν τρόπο τόσο υπεραπλουστευτικό όσο και «ρομαντικό», ισχυρίζονταν ότι ο βόρειος φυσικός, και μόνο αυτός, μπορούσε να ανοίξει έναν διάλογο με τη φύση μέσω προσεκτικών πειραμάτων και της παρατήρησης. Η φύση θα συμμετείχε στο διάλογο και θα του πρόσφερε την απάντηση για τα ερωτήματα που της έθετε.
Η προχωρημένη θεωρία, απεναντίας, δεν θα οδηγούσε πουθενά.

Όπως έθετε το ζήτημα ο Alfons Bühl, μαθητής του Lenard, «Τούτη η υπερβολικά μαθηματική αντιμετώπιση των φυσικών προβλημάτων υπήρξε αναμφίβολα γέννημα του εβραϊκού πνεύματος. […] Ακριβώς όπως σε κάθε άλλη ασχολία του – στην επιχειρηματική δραστηριότητα λόγου χάρη – [ο Εβραίος] έχει προ οφθαλμών μόνο το αριθμητικό, το λογαριασμό του δούναι και λαβείν, έτσι πρέπει να αναγνωριστεί ως τυπικό φυλετικό χαρακτηριστικό ακόμη και στη φυσική το ότι βάζει σε πρώτο πλάνο τη μαθηματική διατύπωση».

Μολονότι όλα τούτα μπορεί να ηχούν τρομερά απλοϊκά και γελοία, οι άριοι φυσικοί δεν ήταν ανόητοι ούτε τους έλειπε η γνώση της επιστήμης. Τους υποστήριζε ένας τουλάχιστον φιλόσοφος της επιστήμης με κύρος, ο Hugo Dingler.
Εφόσον οι άριοι φυσικοί δεν είχαν πρόσβαση στα περιοδικά φυσικής του κυρίαρχου ρεύματος όπως το Zeitschrift für Physik, αναγκάζονταν να δημοσιεύουν αλλού τις συμβολές και τις πολεμικές τους.

Προσφιλές τους έντυπο ήταν και το Zeitschrift für die gesamte Naturwissenschaft, ένα από τα πιο περίεργα περιοδικά στην ιστορία των εντύπων φυσικής. Από το 1935, το περιοδικό αυτό υπήρξε το ανεπίσημο φερέφωνο των υπέρμαχων της άριας φυσικής, και η ύλη του αποτελούνταν από ένα παράξενο μείγμα συνηθισμένων άρθρων φυσικής, αντισημιτικής προπαγάνδας, πολεμικών εναντίον εδραιωμένων θεωριών φυσικής και αγιογραφικής ιστορίας της επιστήμης.

Η άρια φυσική θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται και ναζιστική φυσική, και οι ιδέες που προέβαλλε υποστηρίζονταν σημαντικά από ναζιστές αξιωματούχους, όπως ο Rosenberg.
Mόνο χάρη σε αυτή την πολιτική υποστήριξη κατάφερε ο Stark να εξασφαλίσει κάποιο έρεισμα εξουσίας στη γερμανική φυσική και , επί μια χρονική περίοδο, να μετατρέψει την άρια φυσική να φαίνεται ως απειλή για τη συμβατική φυσική.

Οι αφοσιωμένοι οπαδοί του Lenard και του Stark ήταν λίγοι – μόλις και μετά βίας ξεπερνούσαν τους τριάντα – αλλά, λόγω των πολιτικών συνθηκών και της μεγάλης συμπάθειας που έτρεφαν γι’ αυτούς οι φοιτητές τους, η επιρροή τους ήταν σχετικώς μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα ανέμενε κανείς λαμβάνοντας υπόψη μόνο τον μικρό αριθμό τους.

Κατάφεραν να κατάγουν μια προσωρινή επιτυχία το 1939, όταν λύθηκε οριστικά το ζήτημα της έδρας του Sommerfeld στο Μόναχο. Ο Sommerfeld επιθυμούσε να τον διαδεχθεί ο Heisenberg, αλλά οι άριοι φυσικοί εξαπέλυσαν βίαιη εκστρατεία εναντίον των δυο κβαντικών θεωρητικών και κατηγόρησαν τον Heisenberg ως «λευκό Εβραίο».
Mολονότι η σπιλωμένη υπόληψη του Heisenberg αποκαταστάθηκε (με προσωπική παρέμβαση του Himmler), η εκστρατεία επέτυχε το στόχο της.
Καθηγητής της θεωρητικής φυσικής στο Μόναχο διορίστηκε ο Wilhelm Müller, ένας πιστός ναζιστής και αντισχετικιστής χωρίς καμία γνώση σύγχρονης φυσικής. Θα μπορούσε να πρόκειται για φάρσα, αν δεν ήταν αλήθεια και αν όλο το φόντο δεν ήταν τραγικό.
Ως τα τέλη του 1939, έξι αμύντορες της άριας φυσικής είχαν καταλάβει έδρες καθηγητών σε πανεπιστήμια ή πολυτεχνικές σχολές (στο Μόναχο, τη Χαϊδελβέργη, την Καρλσρούη και τη Στουτγάρδη).

Παρά τις περιστασιακές νίκες τους, η επιρροή των θορυβωδών άριων φυσικών υπήρξε περιορισμένη και βραχύβια. Η μεγάλη πλειονότητα των γερμανών φυσικών, ακόμη και μεταξύ εκείνων που έτρεφαν συμπάθεια για τη ναζιστική υπόθεση, θεωρούσαν τις ιδέες του Lenard και του Stark απαράδεκτες, γελοίες και επικίνδυνες.
Ο Jordan, ο οποίος ήταν φίλα προσκείμενος προς το καθεστώς και προσχώρησε στο ναζιστικό κόμμα το 1933, δεν ήθελε να έχει την παραμικρή σχέση με την άτοπη προσπάθεια να ακυρωθεί η επιτευχθείσα με μόχθο δεκαετιών πρόοδος στη θεωρητική φυσική.
Η άρια φυσική απλώς αδυνατούσε να υποκαταστήσει την φυσική των Einstein, Bohr και Heisenberg, και -–από πρακτικής απόψεως – η διδασκαλία της φυσικής σε πολλά πανεπιστήμια έμεινε ανεπηρέαστη από την προσπάθεια εξοβελισμού της θεωρίας της σχετικότητας.
Η θεωρία διδασκόταν σε συγγράμματα και διαλέξεις, αν και συχνά το όνομα του Einstein δεν αναφερόταν…

Μετά το 1940, όταν o Stark και οι οπαδοί του έχασαν μεγάλο μέρος της πολιτικής υποστήριξης που είχαν, το κίνημα άρχισε να αποσυντίθεται• τρία χρόνια αργότερα, ουσιαστικά είχε πάψει να υφίσταται.
Η βασική επίπτωση του κινήματος της άριας φυσικής υπήρξε ίσως ο αντίκτυπός του σε φυσικούς του κυρίαρχου ρεύματος, όπως ο Hesenberg, o von Weizsäcker και ο Laue. Αυτοί συναισθάνθηκαν έντονα πως ο Stark και οι σύντροφοί του απεργάζονταν την καταστροφή της γερμανικής φυσικής και πως ήταν επιτακτική η ανάγκη να καταπολεμήσουν το κακό, πράγμα το οποίο μπορούσε να γίνει μόνο επί γερμανικού εδάφους. Επρόκειτο μάλιστα για έναν από τους λόγους που συνέβαλαν ώστε να παραμείνουν στη Γερμανία και να συνεργαστούν με τις ναζιστικές αρχές.

Δεν είχαν συναίσθηση του γεγονότος ότι στο Τρίτο Ράιχ διαδραματίζονταν γεγονότα απείρως χειρότερα από τις δραστηριότητες μιας σχετικώς αβλαβούς αγέλης άριων φυσικών…ΑΟΥΣΒΙΤΣ

ΠΗΓΗ: «Οι Γενιές των Κβάντων, η ιστορία της Φυσικής του 20ου αιώνα», Helge Kragh, εκδόσεις κάτοπτρο