Ο μεταβολισμός του ακετυλοσαλικυλικού οξέος

Posted on 14/06/2019

0


Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ή ασπιρίνη)

Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, ως ασθενές οξύ, ιοντίζεται ελάχιστα στο στομάχι μετά από την κατάποση του δισκίου. Η διαλυτότητά του είναι μικρή στις όξινες συνθήκες του στομάχου (pH<1), γεγονός που επιβραδύνει την απορρόφηση υψηλών δόσεων για 8-24 ώρες. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ διασπάται προς σαλικυλικό οξύ και απορροφάται γρήγορα από το λεπτό έντερο, λόγω του ελαφρά αλκαλικού περιβάλλοντος (pH περίπου 8), σύμφωνα με τον ιστότοπο «χημική ένωση του μήνα» (1)
Ωστόσο, σε περιπτώσεις εφάπαξ λήψης τοξικής δόσης ασπιρίνης (π.χ. σε περιπτώσεις απόπειρας αυτοκτονίας), η απορρόφηση είναι βραδεία και τα επίπεδα του σαλικυλικού οξέος στο πλάσμα του αίματος αυξάνουν για 24 ώρες μετά τη λήψη, γεγονός που αφήνει κάποια χρονικά περιθώρια ιατρικής επέμβασης (με πλύση στομάχου).
Η ασπιρίνη, κατά 50 έως 80%, δεσμεύεται από πρωτεΐνες του αίματος, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό παραμένει ενεργό σε ιοντισμένη κατάσταση. Ο κορεσμός των θέσεων σύνδεσης των πρωτεϊνών με σαλικυλικό οξύ οδηγεί στη απελευθέρωση της ασπιρίνης στο αίμα και αυξάνει την τοξικότητα.
Το 80% της θεραπευτικής δόσης του σαλικυλικού οξέος μεταβολίζεται στο ήπαρ. Συνδέεται με το αμινοξύ γλυκίνη σχηματίζοντας σαλικυλουρικό οξύ, ενώ σύνδεση με γλυκουρονικό οξύ οδηγεί σε σαλικυλικά και ακυλο- και φαινολο-παράγωγα του γλυκουρονικού οξέος. Το γλυκουρονικό οξύ συνδέεται εύκολα με διάφορες τοξικές ουσίες και βοηθά στην απομάκρυνσή τους από τον οργανισμό μέσω των νεφρών. Τα σαλικυλικά απεκκρίνονται κυρίως από τα νεφρά ως σαλικυλουρικό οξύ (75%), ελεύθερο σαλικυλικό οξύ (10%), σαλικυλικά φαινολικά (10%) και ακυλικά (5%) παράγωγα του γλυκουρονικού οξέος και γεντισικό οξύ (<1%).

Η ασπιρίνη χρησιμοποιείται ως αναλγητικό, αντιπυρετικό και αντιφλεγμονώδες. Σε χαμηλές δόσεις λαμβάνεται και ως αντισυγκολλητικό των αιμοπεταλίων. Πολλοί άνθρωποι παίρνουν ασπιρίνη για να μειώσουν τον κίνδυνο καρδιακής προσβολής. Η ασπιρίνη έχει την ιδιότητα να βοηθά στο να μη δημιουργούνται θρομβώσεις στην καρδιά ή ακόμη και στον εγκέφαλο και, έτσι, να αποφεύγονται ακόμη και εγκεφαλικά επεισόδια. Την ανακάλυψη αυτή έκανε ο γιατρός Λόρενς Κρέιβεν γύρω στα 1950, όταν παρατήρησε ασυνήθιστες αιμορραγίες σε παιδιά που έπαιρναν ασπιρίνη για να αντιμετωπίσουν τον πόνο μετά από εγχείρηση αμυγδαλών. Η ιδιότητα της ασπιρίνης να λεπταίνει το αίμα την καθιστά επικίνδυνη να λαμβάνεται από λίγες μέρες πριν από χειρουργικές επεμβάσεις ως και αρκετές ημέρες μετά γιατί δύναται να προκαλέσει ακατάσχετη αιμορραγία. Επίσης οι γυναίκες την αποφεύγουν κατά την έμμηνο ρύση.
Παρά το γεγονός, όμως, ότι η ασπιρίνη θεωρείται «καλό» φάρμακο για την πρόληψη και θεραπεία πολλών ασθενειών, οι γιατροί συνιστούν ότι κανείς δε θα πρέπει να παίρνει ασπιρίνη χωρίς την έγκριση του γιατρού, γιατί η λήψη της όχι μόνο δεν είναι ασφαλής για όλα τα άτομα αλλά μπορεί επίσης να αλληλεπιδράσει με άλλα φάρμακα και να προκαλέσει κακό. Γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης θα πρέπει να αποφεύγουν να παίρνουν ασπιρίνη. Παρόλα τα προβλήματα όμως, η ασπιρίνη δεν παύει να είναι ένα από τα παλαιότερα και πιο διαδεδομένα φάρμακα στον κόσμο.

πηγή: http://195.134.76.37/chemicals/chem_ASA.htm#07.https://el.wikipedia.org

(1) Η απορρόφηση της ασπιρίνης γίνεται ευκολότερα στη μη ιοντική μορφή, οπότε θα περίμενε κανείς να απορροφάται ευκολότερα στο στομάχι, δεδομένου ότι το εξαιρετικά όξινο περιβάλλον του στομαχιού εμποδίζει τον ιοντισμό της ασπιρίνης. ασπιρίνηΑντίθετα η απορρόφηση στο λεπτό έντερο θα είναι μικρότερη αφού εκεί ισορροπία μετατοπίζεται προς τα δεξιά εξαιτίας του αλκαλικού περιβάλλοντος (pH περίπου 8).  Όταν όμως  η ασπιρίνη λαμβάνεται σε μορφή εντεροδιαλυτού χαπιού (salospir), τότε διέρχεται αναλλοίωτη από το στομάχι και διαλύεται στο λεπτό έντερο. Επικαλυμμένα με γαστροανθεκτικό υλικό δεν απελευθερώνουν το δραστικό τους συστατικό στο στομόχι, κάτι που δεν συμβαίνει με τα απλά δισκία ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Γι αυτό τα εντεροδιαλυτά δισκία πρέπει  να καταπίνονται αμάσητα.